Ληστεία αλά Ιταλικά από Τράπεζες, Servicers και Funds !!!
Ληστεία αλά Ιταλικά από Τράπεζες, Servicers και Funds !!!
Mε ιταλική συνταγή οι εικονικές τιτλοποιήσεις των ελληνικών Κόκκινων Δανείων – Με συνταγή ΥΠΕΡΒΑΣΗΣ οι αποφάσεις του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Ιταλίας
Στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομικών με τίτλο «Πρόγραμμα παροχής εγγύησης σε τιτλοποιήσεις πιστωτικών Ιδρυμάτων» (11/12/2019), από το οποίο προήλθε ο Ν 4649/2019, αναφέρεται, ότι, το ελληνικό νομοθέτημα βασίστηκε στις γενικές αρχές του αντίστοιχου ιταλικού σχεδίου, απολύτως προσαρμοσμένο στις ανάγκες του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και της ελληνικής οικονομίας. Λίγο, λοιπόν, από περιέργεια, αλλά περισσότερο από επιστημονική διαστροφή, λόγω των σπουδών μου στην Ιταλία, αποφάσισα να ερευνήσω σε βάθος πως ακριβώς λειτουργεί το ιταλικό μοντέλο στην Ιταλία και αν υπάρχουν ομοιότητες με το πλιάτσικο στην ιδιωτική περιουσία που συντελείται καθημερινά, στην μετά τιτλοποιήσεων εποχή, στην Ελλάδα, από τις Τράπεζες, τους Servicers και τα Funds. Το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν συγκλονιστικό, αφού δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου με αυτά που ανακάλυπτα καθημερινά, επί έναν ολόκληρο μήνα,. Και θεωρώ ότι τα απέδωσα με τον πιο πρόσφορο και παραστατικό τρόπο, τόσο με την φωτογραφία, όσο και με τον τίτλο και τους υπότιτλους του άρθρου: Ληστεία αλά Ιταλικά και, μάλιστα, σε πρώτη και αποκλειστική προβολή….
Γράφει ο Κυριάκος Τόμπρας
Οικονομολόγος, Διδάκτωρ Οικονομικού Πανεπιστημίου Salerno, Πρόεδρος ΥΠΕΡΒΑΣΗΣ

Η τιτλοποίηση μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) στην Ιταλία διέπεται από τον Ν.130/1999, ο οποίος επιτρέπει στις τράπεζες να εκχωρούν προς πώληση χαρτοφυλάκια δανείων σε εταιρείες ειδικού σκοπού (SPVs), οι οποίες χρηματοδοτούν την αγορά εκδίδοντας τίτλους προς διάθεση σε επενδυτές. Η μεταβίβαση απαιτήσεων γίνεται συνήθως «pro soluto» (οριστική πώληση χωρίς δικαίωμα αναγωγής) και γνωστοποιείται συλλογικά στους οφειλέτες μέσω δημοσίευσης στην ιταλική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Επίσημη Εφημερίδα – Gazzetta Ufficiale), δυνάμει του άρθρου 58 του ιταλικού Τραπεζικού Νόμου (TUB – Testo Unico Bancario). Την διαχείριση της είσπραξης των απαιτήσεων την αναλαμβάνει ένας διαχειριστής απαιτήσεων (Servicer), ο οποίος κατά νόμο πρέπει να είναι αδειοδοτημένος χρηματοπιστωτικός διαμεσολαβητής (άρθρο 2 §6 Ν.130/1999), καταχωρημένος στο ειδικό μητρώο της Τράπεζας της Ιταλίας (άρθρο 107 TUB, πρώην άρθρο 106).
Ωστόσο, παρά το σαφές νομοθετικό πλαίσιο, τα τελευταία χρόνια έχουν εγερθεί καταγγελίες και νομικές προκλήσεις σχετικά με την νομιμότητα ορισμένων πρακτικών στις τιτλοποιήσεις Κόκκινων Δανείων (NPLs), που εστιάζοντας κυρίως: (α) στις εικονικές ή προσχηματικές πωλήσεις απαιτήσεων από τις τράπεζες προς τα Funds-SPVs, (β) στις μεταβιβάσεις όπου δεν μεταφέρεται ουσιαστικά ο οικονομικός κίνδυνος/έλεγχος των τιτλοποιημένων απαιτήσεων (καταπιστευτικές μεταβιβάσεις) και (γ) στην αμφισβήτηση της ενεργητικής νομιμοποίησης των Funds-SPVs ή/και των Servicers ενώπιον των ιταλικών Δικαστηρίων.
Στο πλαίσιο αυτό αναλύονται συνοπτικά στην συνέχεια οι σχετικές καταγγελίες, οι αντίστοιχες νομοθετικές και νομολογιακές εξελίξεις, καθώς και οι παρεμβάσεις εποπτικών φορέων, συλλογικοτήτων και ειδικών στην Ιταλία.
Εικονικές πωλήσεις απαιτήσεων προς SPVs
Κατά την ισχύουσα ιταλική νομοθεσία, με τον όρο «εικονική» ή «προσχηματική» πώληση απαιτήσεων εννοείται η μεταβίβαση όπου η τράπεζα-εκχωρητής εμφανίζεται να πουλά τα δάνειά της σε ένα SPV, χωρίς όμως να παραιτείται πραγματικά από τα οφέλη ή τους κινδύνους των απαιτήσεων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η τιτλοποίηση λειτουργεί κατ’ επίφαση, ενώ στην πράξη μπορεί να συνιστά τρόπο απόκρυψης μιας εν τοις πράγμασι δανειακής χρηματοδότησης.

Όπως επισημαίνει μελέτη της Fondazione Nazionale dei Commercialisti (Εθνικό Ίδρυμα Πτυχιούχων Λογιστών-Φοροτεχνικών) για να θεωρηθεί μια τιτλοποίηση έγκυρη πρέπει να υπάρχει «true sale», δηλαδή καθαρή-.πραγματική και όχι καταπιστευτική μεταβίβαση των απαιτήσεων που περιλαμβάνει. Διαφορετικά πρόκειται ουσιαστικά για δανειακή σύμβαση με συγκαλυμμένη εγγύηση, εφόσον δεν επέρχεται πραγματική και οριστική μεταφορά του κινδύνου στον αγοραστή. Αν η δομή της συναλλαγής προβλέπει ότι τυχόν υπεραξίες από την ανάκτηση των δανείων επιστρέφουν στην τράπεζα (Originator), τότε δεν υπάρχει πραγματική πώληση (true sale) και η πράξη πρέπει να χαρακτηριστεί ως δανεισμός με παρεπόμενη εγγύηση, αντίστοιχη της δικής μας καταπιστευτικής μεταβίβασης για την εξασφαλιστική εκχώρηση των απαιτήσεων. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, στην πράξη απαντώνται πολλές περιπτώσεις φαινομενικής μόνο μεταβίβασης του κινδύνου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα όταν η τράπεζα-εκχωρητής συμμετέχει στην τιτλοποίηση και ως χρηματοδότης (liquidity provider), παρέχοντας πίστωση στο SPV, που είναι subordinate (δεύτερης τάξης) σε σχέση με τους τίτλους των επενδυτών. Με τον τρόπο αυτό, η ίδια η τράπεζα εγγυάται εμμέσως την κάλυψη των ελλειμμάτων του SPV, διατηρώντας ουσιαστικά τον κίνδυνο των τιτλοποιημένων απαιτήσεων NPLs, γεγονός που αναιρεί την έννοια της true sale (πραγματική πώληση).
Αρκετοί ιταλικοί φορείς και ειδικοί έχουν επισημάνει τέτοια φαινόμενα. Για παράδειγμα, τον Δεκέμβριο του 2024, σε γραπτή εισήγηση προς την ιταλική Βουλή, επισημαίνεται, ότι…
Οι συμβάσεις μεταβίβασης NPLs σε SPVs στερούνται διαφάνειας, καθόσον δεν δημοσιοποιούνται, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατος ο έλεγχος του τιμήματος και της πραγματικής φύσης της συναλλαγής.
Εγείρεται μάλιστα το ζήτημα ότι πρόκειται για συμβάσεις εικονικές και, μάλιστα, με απάτη δημοσίου συμφέροντος (άρθρο. 1344 Codice Civile- ΑΚ), λόγω των κρατικών εγγυήσεων, επειδή, στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για επαχθείς μεταβιβάσεις με πραγματικό αντάλλαγμα. Τέτοιες προσχηματικές τιτλοποιήσεις προσκρούουν και στο άρθρο 1325 του ιταλικού ΑΚ περί έγκυρης σύμβασης, στην οποία απαιτείται συγκεκριμένο αντικείμενο, αιτία, τίμημα, κ.λπ.
Περαιτέρω, δημοσιογραφική έρευνα – αντίστοιχη της δικής μας των Reporters United – ανέδειξε, ότι, στις τιτλοποιήσεις των ιταλικών NPLs, η έλλειψη κάθε συμβατικής διαφάνειας καθιστά αδύνατη την επαλήθευση του τιμήματος πώλησης και, έτσι, μπορεί να υποτεθεί ακόμη και ότι οι συμφωνίες είναι εικονικές ή ότι πρόκειται για προσχηματικές συμβάσεις με σκοπό την καταστρατήγηση του νόμου. Αυτό σημαίνει ότι παραβιάζεται ευθέως η αρχή της αιτίας και, έτσι, τίθεται θέμα ακυρότητας, με τη σχέση Τράπεζας–SPV να μην συνιστά αληθινή και νόμιμη αγοραπωλησία, αλλά μη νόμιμη σύμπραξη, ήτοι αδικοπραξία.
Ένα από τα κίνητρα της εικονικότητας είναι τα φορολογικά οφέλη για τις τράπεζες: Η πώληση NPLs σε χαμηλή τιμή επιτρέπει στην τράπεζα να καταγράψει λογιστική ζημία και να την εκπέσει φορολογικά, ενώ το SPV (συχνά με έδρα ειδικού φορολογικού καθεστώτος) θα επιδιώξει να εισπράξει το πλήρες ποσό του δανείου. Έτσι, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο ιταλικό Κοινοβούλιο, μέχρι σήμερα υπολογίζονται 65 Δις ευρώ διαφυγόντων δημοσίων εσόδων λόγω τέτοιων τιτλοποιήσεων, με μεγάλα κέρδη να μεταφέρονται αφορολόγητα εκτός Ιταλίας, σε επενδυτές-γύπες και σε φορολογικούς παραδείσους. Ενδεικτικά, υπολογίστηκε ότι από χαρτοφυλάκια NPLs ονομαστικής αξίας περίπου 125 Δις ευρώ, τα οποία τιτλοποιήθηκαν, τα κέρδη των αγοραστών/επενδυτών θα ανέλθουν περίπου σε 62,5 Δις ευρώ, τα περισσότερα αφορολόγητα προς φορολογικούς παραδείσους. Τέτοιες αναφορές έχουν εντείνει τη συζήτηση περί καταστρατήγησης της νομοθεσίας και ηθικού κινδύνου.

Προσχηματικές μεταβιβάσεις χωρίς μεταφορά κινδύνου
Στενά συνυφασμένο με τα παραπάνω είναι και το ζήτημα των καταπιστευτικών μεταβιβάσεων, όπου η τράπεζα διατηρεί τον έλεγχο ή/και τον κίνδυνο των απαιτήσεων, παρά την τιτλοποίηση. Οι ευρωπαϊκοί κανόνες τιτλοποίησης απαιτούν από τον αρχικό φορέα να διακρατά μόλις το 5% του κινδύνου (skin in the game) για την ευθυγράμμιση κινήτρων, όμως στην Ιταλία, όπως αντιστοίχως και στην Ελλάδα, οι τράπεζες, ουσιαστικά, διακρατούν πολύ μεγαλύτερο μέρος του. Έτσι, εκτός από τη συμμετοχή ως επενδυτές στους ομολογιακούς τίτλους, οι τράπεζες, όπως αντιστοίχως πράττουν και στην Ελλάδα, χρησιμοποιούν και σύνθετα νομικά εργαλεία, όπως π.χ. συμφωνίες επαναγοράς ή αναβλητικές αιρέσεις, που τους επιτρέπουν να ανακτήσουν συγκεκριμένα δάνεια, παροχή χρηματοδότησης στα Funds ή συμβάσεις «retrocessione» (επαναγοράς) όπου τα δάνεια επιστρέφονται πίσω στις εκχωρήτριες τράπεζες, υπό συγκεκριμένους όρους. Τέτοιες, όμως, πρακτικές, εγείρουν σοβαρά ζητήματα ουσιαστικής μη μεταβίβασης των απαιτήσεων και των αντιστοίχων κινδύνων.
Η Fondazione Commercialisti υπογραμμίζει ότι μια τιτλοποίηση εκπληρώνει τον σκοπό της μόνον εφόσον το SPV έχει τον πλήρη έλεγχο επί των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων και αναλαμβάνει οριστικά τους συναφείς κινδύνους (Αρχή res perit domino). Εάν η συμβατική αρχιτεκτονική προβλέπει οποιοδήποτε μηχανισμό όπου μέρος των ζημιών ή των κερδών επιστρέφει στον εκχωρητή, τότε δεν υπάρχει καθαρή-πραγματική μεταβίβαση και θα πρέπει η πράξη να επαναχαρακτηριστεί ως δανειακή. Ενδεικτικά, αν το SPV συμφωνεί να καταβάλει στην τράπεζα πρόσθετο τίμημα στο μέλλον (clawback) εάν οι εισπράξεις ξεπεράσουν ένα όριο, τότε η τράπεζα παραμένει οικονομικά εκτεθειμένη στο ίδιο το χαρτοφυλάκιο που υποτίθεται ότι πούλησε. Αυτή η πρακτική, επειδή αντιβαίνει στον ιταλικό Ν.130/1999, που απαιτεί πώληση με χρηματικό αντάλλαγμα, έχει χαρακτηριστεί ως συγκεκαλυμμένη χρηματοδότηση με εγγύηση (εξασφαλιστική εκχώρηση).
Η Τράπεζα της Ιταλίας, σε ενημερώσεις της, έχει τονίσει ότι οποιαδήποτε λύση τιτλοποίησης που υπονομεύει τη μεταφορά κινδύνου είναι προβληματική και, έτσι, εφόσον οι απαιτήσεις από τα NPLs παραμένουν ουσιαστικά υπό τον έλεγχο της τράπεζας, δεν επιτυγχάνεται ο στόχος της μείωσης των κινδύνων !!!
Από κανονιστικής πλευράς, αν δεν υπάρχει Significant Risk Transfer (SRT), οι τράπεζες θα όφειλαν να συνεχίσουν να καλύπτουν τα NPLs με ίδια κεφάλαια σαν να μην είχαν πουληθεί. Επιπλέον, τίθεται και θέμα προστασίας επενδυτών. H CONSOB (η ιταλική εποπτική αρχή της Κεφαλαιαγοράς) έχει εκδώσει οδηγίες ευθυγράμμισης με τον ενιαίο EU Securitisation Regulation, απαιτώντας διαφάνεια και γνωστοποιήσεις. Αν μια τιτλοποίηση είναι προσχηματική-εικονική, ενδέχεται να παραπλανά και τους επενδυτές των ομολογιών ως προς τον πραγματικό επενδυτικό κίνδυνο των τίτλων.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, ότι, το σύνολο σχεδόν των ιταλικών τιτλοποιήσεων NPLs, όπως και οι αντίστοιχες ελληνικές, διατίθενται σε περιορισμένο κύκλο ιδιωτών επενδυτών και όχι στο ευρύ επενδυτικό κοινό, προκειμένου, έτσι, να αποφεύγονται οι αυστηρότερες υποχρεώσεις των δημοσίων προσφορών και του ελέγχου από την CONSOB.
Αυτό το regulatory arbitrage έχει επικριθεί ότι δημιουργεί μια ζώνη μειωμένης εποπτείας για τα SPVs, τα οποία, όπως ακριβώς και τα ελληνικά Funds των κόκκινων δανείων, δεν αδειοδοτούνται, ούτε εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ιταλίας ή την CONSOΒ, δεν υπόκεινται σε υποχρεωτικό έλεγχο από ορκωτούς λογιστές, ενώ οι συμβάσεις τους δεν δημοσιεύονται. ‘Όλα, λοιπόν, αυτά, συμβάλλουν και στην Ιταλία, όπως αντιστοίχως και στην Ελλάδα, στην αδιαφάνεια του συστήματος, όπως έχει πολλαπλώς καταγγελθεί στην Ιταλία σε αντίστοιχες κοινοβουλευτικές αναφορές.
Αμφισβήτηση της νομιμοποίησης SPVs και Servicers στα δικαστήρια
Πολλοί οφειλέτες στην Ιταλία, αντιμετωπίζοντας πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης από SPVs-Servicers, έχουν αμφισβητήσει δικαστικά την νομιμοποίηση αυτών να ενεργούν ως διάδικοι. Οι ενστάσεις αυτές συνήθως βασίζονται: (α) στο ότι δεν έχει αποδειχθεί επαρκώς η πώληση και η οριστική μεταβίβαση και εκχώρηση της απαίτησης, από την τράπεζα στο SPV και (β) σε παρατυπίες στην ιδιότητα ή την αδειοδότηση του Servicer.

Απόδειξη εκχώρησης και τίτλος του SPV
Σύμφωνα με την ιταλική νομολογία, η δημοσίευση της ανακοίνωσης μεταβίβασης στην ιταλική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 58 Τραπεζικού Νόμου – TUB και Ν.130) απαλλάσσει μεν τον εκδοχέα από την ατομική κοινοποίηση προς κάθε οφειλέτη, δεν απαλλάσσει όμως από την υποχρέωση απόδειξης ότι η απαίτηση όντως περιλαμβάνεται στην μεταβίβαση.
Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιταλίας (Corte di Cassazione) έχει επιληφθεί επανειλημμένα του ζητήματος, ιδίως καθότι τα πρωτοβάθμια ιταλικά Δικαστήρια, άλλοτε απαιτούσαν την αυστηρή απόδειξη και άλλοτε δέχονταν τη δημοσίευση ως επαρκές τεκμήριο.
Σε πρόσφατες αποφάσεις, η αρχή που εδραιώθηκε είναι η εξής:
Εάν ο οφειλέτης αμφισβητήσει στο δικαστήριο ότι το δάνειό του περιλαμβάνεται στην τιτλοποίηση, το SPV οφείλει να αποδείξει τη μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης. Η γενική ανακοίνωση στην Gazzetta Ufficiale (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως), ακόμη κι αν πληροί τις διατυπώσεις, δεν αρκεί από μόνη της ως πλήρης απόδειξη και έχει απλώς ενδεικτική αποδεικτική δύναμη. Το δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμήσει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και μπορεί ευχερώς να απαιτήσει την προσκόμιση της σύμβασης εκχώρησης ή των παραρτημάτων της όπου αναφέρεται ο συγκεκριμένος οφειλέτης.
Αν η ανακοίνωση της μεταβίβασης είναι επαρκώς συγκεκριμένη, περιγράφοντας με σαφή κριτήρια τις κατηγορίες των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν, ώστε να μπορεί χωρίς αμφιβολία να υπαχθεί και η επίδικη απαίτηση σε αυτές, τότε μόνον η δημοσίευση μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκής απόδειξη της εκχώρησης. Αντιθέτως, όπου τα στοιχεία της δημοσίευσης είναι γενικά και αόριστα, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί πρόσθετη απόδειξη. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Ιταλίας Cass. 7866/22-03-2024, όπου η εταιρεία διαχείρισης (Servicer) που ενεργούσε για λογαριασμό του SPV (Fund) επιχείρησε να εισπράξει απαιτήσεις, χωρίς όμως να καταθέσει στη δίκη τις σχετικές συμβάσεις πώλησης, εκχώρησης και μεταβίβασης, με την αναλυτική λίστα των απαιτήσεων. Η δημοσιευμένη ανακοίνωση ανέφερε μόνο ευρύτατες κατηγορίες δανείων, ήτοι καθυστερήσεις μεταξύ 1994-2018. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι η επίδικη απαίτηση συμπεριλαμβανόταν στην τιτλοποίηση και ως εκ τούτου απέρριψε την αίτηση του SPV λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Με ανάλογο σκεπτικό, άλλες αποφάσεις (π.χ. Cass. 9412/2023, Cass. 17944/2023) τόνισαν ότι η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δεν υποκαθιστά πλήρως την απόδειξη της εκχώρησης, ειδικά όταν ο οφειλέτης αμφισβητεί την ύπαρξη σύμβασης εκχώρησης και, τότε, ο Δικαστής οφείλει να απαιτήσει τις ίδιες τις συμβάσεις ή άλλα αποδεικτικά έγγραφα.
Έτσι, το μήνυμα της ιταλικής νομολογίας είναι σαφές: Τα SPVs πρέπει, εφόσον χρειαστεί, να προσκομίζουν επαρκή τεκμήρια τίτλου, διαφορετικά κινδυνεύουν να ηττηθούν στα Δικαστήρια, λόγω έλλειψης νομιμοποίησης.
Περαιτέρω, η ιταλική νομολογία διαχωρίζει την ενεργητική νομιμοποίηση από την εξουσία εκπροσώπησης. Τα ιταλικά Δικαστήρια δέχονται ότι μόνο ο εκδοχέας (SPV) είναι κυρίως δικαιούχος να ενάγει/εκτελέσει, αλλά ο Servicer μπορεί να εκπροσωπεί το SPV δυνάμει πληρεξουσιότητας ή κατ’ εφαρμογή του νόμου 130.
Το Πρωτοδικείο Φλωρεντίας (απόφαση 4165/30-12-2024) έκρινε ότι η AMCO (εταιρεία διαχείρισης του Δημοσίου) ως εκδοχέας των απαιτήσεων διέθετε τη νομιμοποίηση για να συνεχίσει την κατάσχεση που είχε ξεκινήσει από την τράπεζα, μόνον εφόσον αποδείκνυε ότι υποκαταστάθηκε νομίμως, επιδεικνύοντας τόσο την σύμβαση εκχώρησης, όσο και το ΦΕΚ με το δάνειο στη λίστα.
Η απόφαση, μάλιστα, αυτή μνημόνευσε ολόκληρη την σχετική νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Ιταλίας.
Συνολικά, λοιπόν, η ιταλική νομολογία προσφέρει πλέον σαφείς κατευθυντήριες γραμμές. Τα SPVs οφείλουν να τεκμηριώνουν τη μεταβίβαση των επίδικων απαιτήσεων NPLs, με την λεπτομερέστερη και αναλυτικότερη δυνατή υποχρέωση διαφάνειας.
Οι συσσωρευόμενες αυτές προκλήσεις οδήγησαν, τόσο την Τράπεζα της Ιταλίας, όσο και το ιταλικό Υπουργείο Οικονομικών (MEF) να αναλάβουν δράση και να εκδώσουν σχετικές οδηγίες και κατευθύνσεις.

Τράπεζα της Ιταλίας (Banca d’Italia)
Ως αρμόδια για την εποπτεία των τιτλοποιήσεων NPLs, έχει τονίσει τον κεντρικό ρόλο του Servicer και τους κινδύνους από την καταστρατήγηση του νομοκανονιστικού πλαισίου. Σε Εγκύκλιο της 11/11/2021 με θέμα «Servicers σε τιτλοποιήσεις: Προφίλ κινδύνου και επίπεδα εποπτείας», η Τράπεζα της Ιταλίας επεσήμανε μια διαδεδομένη πρακτική. Ο λεγόμενος «Master Servicer» (π.χ. μια τράπεζα ή μεγάλη εταιρεία, υπό την εποπτεία της) τυπικά αναλαμβάνει ως Servicer, αλλά μεταβιβάζει στην πράξη όλες τις εργασίες είσπραξης σε τρίτο μη εποπτευόμενο φορέα, τον Special Servicer ή την Εισπρακτική, κατά τα αντίστοιχα ελληνικά δεδομένα. Ο Master Servicer περιορίζεται στον τυπικό ρόλο του εγγυητή της νομιμότητας, ενώ ο Special Servicer, συχνά επιλεγμένος από τους επενδυτές, διεξάγει τις ανακτήσεις χωρίς να υπόκειται σε άμεσο έλεγχο της Τράπεζας της Ιταλίας.
Αυτό το σχήμα, κατά την Τράπεζα της Ιταλίας, δημιουργεί ανασφάλεια εποπτείας ως προς το ποιος πραγματικά είναι υπεύθυνος, δυσχεραίνει την ουσιαστική εποπτεία, και ενέχει κινδύνους, ειδικά όταν υπάρχει υστέρηση ανακτήσεων, όπου, συνήθως, οι επενδυτές πιέζουν για επιθετικότερες πρακτικές και ο επίσημος Master Servicer εμφανίζεται να μην έχει δήθεν την πραγματική εικόνα της κατάστασης.
Η ΤτΙ τόνισε την ανάγκη οι Servicers να έχουν επαρκείς οργανωτικές δομές και εσωτερικό έλεγχο από την αρχή της ανάθεσης, ώστε να μην είναι απλώς διακοσμητικοί αλλά να παρακολουθούν στενά τους Sub-Servicers. Μάλιστα, με Πράξη της, στις 12/12/2023, η Τράπεζα της Ιταλίας ενίσχυσε την πειθαρχία και υποχρέωσε κάθε SPV να κοινοποιεί τον διορισμό Servicer εντός 15 ημερών από την έναρξη της τιτλοποίησης, αλλιώς το SPV διαγράφεται από το μητρώο SPVs. Δεδομένου ότι ο διορισμός Servicer είναι ουσιώδης, αποτελεί προϋπόθεση για την αναγνώριση μιας εταιρείας ως SPV, καθώς και για την ειδική φορολογική της μεταχείριση και η Τράπεζα της Ιταλίας διαμηνύει ότι, χωρίς νόμιμο Servicer, η τιτλοποίηση πρακτικά ακυρώνεται. Αυτή η αυστηρή στάση ευθυγραμμίζεται με παλαιότερη Πράξη ΤτΙ του 2017 και….
Αποσκοπεί στο να αποτρέψει «Τιτλοποιήσεις-Φαντάσματα» όπου δεν υπάρχει πραγματικός, εποπτευόμενος και, έτσι, νόμιμος διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων.

Υπουργείο Οικονομικών (MEF)
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εκδόθηκε η Οδηγία (ΕΕ) 2021/2167 για τους διαχειριστές και αγοραστές πιστώσεων, γνωστή ως «NPLs Directive», που επιδιώκει να θέσει κανόνες διαφάνειας και δεοντολογίας στην αγορά μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η Ιταλία ενσωμάτωσε πρόσφατα την Οδηγία αυτή, με τον Ν. 116/2024, που τροποποίησε τον ισχύοντα Τραπεζικό Νόμο. Κατά τη νομοπαρασκευαστική διαδικασία, το ιταλικό Υπουργείο Οικονομικών διεξήγαγε δημόσια διαβούλευση (2023) και έλαβε υπόψη πολλές από τις ανωτέρω ανησυχίες. Έτσι, στο άρθρο 114 προστέθηκε πλέον ρητά η υποχρέωση ατομικής ενημέρωσης των οφειλετών από τον Servicer μετά την εκχώρηση και πριν την έναρξη νομικών ενεργειών. Αυτή η διάταξη δίνει στον οφειλέτη ένα ρητό δικαίωμα πληροφόρησης, το οποίο δεν υπήρχε ως τώρα, αφού η γενική δημοσίευση στο ΦΕΚ δεν συνιστούσε προσωποποιημένη ενημέρωση και ατομική ειδοποίηση. Επίσης, διασφαλίζει ότι ο οφειλέτης γνωρίζει εγκαίρως ποιος Servicer ή επενδυτής απέκτησε το δάνειό του, πριν κινηθούν μέτρα είσπραξης. Επιπλέον, με τον ίδιο νόμο, τέθηκαν κανόνες αδειοδότησης των Servicers, εναρμονισμένοι με την Οδηγία, καθώς και υποχρεώσεις συμπεριφοράς έναντι οφειλετών, ώστε να αποτραπούν καταχρηστικές πρακτικές. Έτσι, πλέον, όλοι οι Servicers εποπτεύονται, άμεσα ή έμμεσα, από την Τράπεζα της Ιταλίας, κλείνοντας το παράθυρο των μη αδειοδοτημένων Sub-Servicers και των Εισπρακτικών Εταιρειών.

CONSOB
Αν και ο ρόλος της είναι κυρίως η προστασία επενδυτών, η CONSOB (αντίστοιχη της ελληνικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς) έχει εκδώσει Κατευθύνσεις (Orientamenti) για τις τιτλοποιήσεις NPLs, εστιάζοντας στη συμμόρφωση με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/2402.
H Επιτροπή έχει τονίσει ότι οι τιτλοποιήσεις NPLs με κρατικές εγγυήσεις (GACS) – αντίστοιχες αυτών του ελληνικού «Σχεδίου Ηρακλής», πρέπει να πληρούν τα κριτήρια διαφάνειας και ουσίας, με πραγματική μεταφορά των τιτλοποιημένων απαιτήσεων και των αντιστοίχων κινδύνων, αλλιώς, ούτε η αγορά, ούτε οι επόπτες θα τις θεωρούν ως νόμιμες και ισχυρές.
Το ζήτημα των τιτλοποιήσεων NPLs έχει τραβήξει το ενδιαφέρον όχι μόνο των νομικών και εποπτικών κύκλων, αλλά και των ΜΜΕ και της κοινωνίας. Σε ανάλυσή του ο οικονομολόγος D. Crivellari (2023) χαρακτηρίζει το σχήμα των τιτλοποιήσεων NPLs ως δίκοπο μαχαίρι. Aπό τη μία, βοηθά τις τράπεζες να εκκαθαρίσουν τους ισολογισμούς τους και μπορεί να φέρει νέους επενδυτές, από την άλλη, όμως, εμπορευματοποιεί και αποπροσωποποιεί την παραδοσιακή σχέση δανειστή-οφειλέτη. Ο μεγάλος όγκος απαιτήσεων περνά σε ανώνυμα οχήματα εκτός τραπεζικού συστήματος (αποδημία πιστώσεων – apolidia finanziaria), γεγονός που δυσχεραίνει τόσο τον κοινωνικό έλεγχο όσο και την πιθανότητα φιλικού διακανονισμού με τον αρχικό δανειστή. Οι οφειλέτες συχνά βρίσκονται αντιμέτωποι με Funds που επιδιώκουν την μέγιστη ανάκτηση χωρίς κοινωνικούς ή πελατειακούς ενδοιασμούς, οδηγώντας π.χ. σε μαζικούς πλειστηριασμούς ακινήτων. Σύμφωνα με στοιχεία, ήδη 226.000 ακίνητα ιταλικών οικογενειών που σχετίζονται με τιτλοποιημένα δάνεια βρίσκονται σε διαδικασία πλειστηριασμού.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε ένα άρθρο στα Gli Stati Generali (2021) με τίτλο «Οι καταστροφές των τιτλοποιήσεων: Ζημιές στον προϋπολογισμό του κράτους». Σε αυτό, ο συντάκτης υποστήριξε ότι υπάρχει νομοθεσία ευνοϊκή προς τις εταιρείες τιτλοποίησης και τους επενδυτές τους, πολλοί εκ των οποίων κρύβονται πίσω από αλυσίδα εταιριών σε φορολογικούς παραδείσους. Επισήμανε δε ότι τα Funds-SPVs δεν υπόκεινται σε τραπεζική ή χρηματιστηριακή εποπτεία, ούτε οι συναλλαγές τους δημοσιοποιούνται επαρκώς, με αποτέλεσμα ένα πέπλο αδιαφάνειας. Το άρθρο ανέφερε συγκεκριμένη περίπτωση όπου, σε δίκη για πτώχευση εταιρείας, η τράπεζα δήλωσε ότι είχε τιτλοποιήσει την απαίτησή της και το Δικαστήριο στηρίχθηκε σε ένα hyperlink που αναγραφόταν στην ανακοίνωση της εκχώρησης, το οποίο οδηγούσε σε ιστοσελίδα ιδιωτικής εταιρείας με τον αριθμό της απαίτησης. Ο συντάκτης κατήγγειλε ότι το δικαστήριο δέχθηκε αυτή την «υποδόρια απόδειξη», αντί να απαιτήσει τις ίδιες τις συμβάσεις, παραβλέποντας τις κλασικές αρχές απόδειξης, κάτι που χαρακτήρισε ανατρεπτικό των θεμελιωδών κανόνων του αστικού δικαίου. Η διαπίστωση ότι η ταυτοποίηση της απαίτησης γινόταν μέσω ενός ιδιωτικού site, χωρίς καμία πιστοποίηση, όπου ο καθένας μπορεί να γράψει ότι θέλει, θεωρήθηκε εξόχως ανησυχητική.
Αυτές οι αναφορές συνέπεσαν χρονικά με την εξέλιξη και την διαμόρφωση της νομολογίας του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Ιταλίας (Cass. 2023-2024), η οποία τελικά έθεσε πιο στέρεες βάσεις απαίτησης αποδεικτικών τεκμηρίων στα Δικαστήρια, αντί της τυφλής αποδοχής τέτοιων, ιδιωτικών ιστοσελίδων.
Στον ακαδημαϊκό χώρο, αξίζει να σημειωθεί η επιφυλλίδα του A.M. Tedoldi (2025) στο περιοδικό Il Diritto della Crisi (Το Δίκαιο της Κρίσης). Ο συγγραφέας την τιτλοφορεί «Τιτλοποιήσεις, νομιμοποίηση να ενεργείς και κυριότητα των πιστώσεων στην χρηματοοικονομική απώλεια», υπονοώντας την «απώλεια ιθαγένειας» των πιστώσεων. Αναλύει δε διεξοδικά τις δύο μεγάλες νομικές προκλήσεις: (α) την απόδειξη της κυριότητας της απαίτησης από το Fund-SPV έναντι του οφειλέτη, και (β) την εγκυρότητα της εντολής σε Servicers που δεν πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις της ισχύουσας ιταλικής νομοθεσίας και του εθνικού και ευρωπαϊκού νομοκανονιστικού πλαισίου (εγγραφή στο μητρώο, κλπ.) και σημειώνει ότι η σχετική νομοθεσία και πρακτική πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα της εντεινόμενης κυριαρχίας μιας νέας, υπερεθνικής και άυλης οικονομίας, που τείνει να παραμερίζει τις θεμελιώδεις αρχές του Κράτους Δικαίου.
Eν κατακλείδι, στην Ιταλία υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες τα δικαστήρια έχουν κρίνει αρκετές μεταβιβάσεις τιτλοποιημένων απαιτήσεων NPLs ως προσχηματικές, καταπιστευτικές και εικονικές. Αυτές οι αποφάσεις συνήθως αφορούν την έλλειψη πραγματικής μεταβίβασης του οικονομικού κινδύνου ή τη μη ολοσχερή και οριστική πώληση και εκχώρηση των απαιτήσεων. από τις τράπεζες προς τα SPVs, με τις τράπεζες να παραμένουν εν μέρει ή πλήρως υπόχρεες για τις απαιτήσεις που φέρονται να εκχωρούν.

Οι κορυφαίες αποφάσεις του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Ιταλίας: Corte di Cassazione, Sez. III, ord. 7866/22-03-2024 και Corte di Cassazione, Sez. I, ord. 21821/20-07-2023.
Οι αποφάσεις αυτές εξετάζουν αν η εκχώρηση των απαιτήσεων πληροί τις προϋποθέσεις της καθαρής-πραγματικής μεταβίβασης (true sale). Σε αυτές τις περιπτώσεις, το Δικαστήριο εξέτασε αν, όπως αντιστοίχως συμβαίνει και στην Ελλάδα. ο οικονομικός κίνδυνος των απαιτήσεων πράγματι μεταφέρθηκε στον αγοραστή (SPV) ή αν η τράπεζα διατήρησε τον έλεγχο ή τον κίνδυνο των απαιτήσεων μέσω άλλων μηχανισμών (π.χ. εγγυήσεις, αναβλητικές αιρέσεις, συμφωνίες επαναγοράς, κλπ). Οι ιταλικές δικαστικές αρχές είναι πλέον πολύ αυστηρές όσον αφορά την πραγματική πώληση και μεταβίβαση των απαιτήσεων και τον έλεγχο των μεταβιβάσεων NPLs σε SPVs.
Έτσι, εάν δεν υπάρχει καθαρή-πραγματική πώληση, με οριστική μεταβίβαση της κυριότητας και μεταφορά του κινδύνου, οι σχετικές συμβάσεις θεωρούνται εικονικές, με συνέπεια την ακύρωσή τους και την επιστροφή των απαιτήσεων στις τράπεζες.
Διαβάστε σχετικά την αντίστοιχη ελληνική πραγματικότητα της «Ληστείας αλά Ιταλικά» και δείτε από μόνοι σας τις απίστευτες ομοιότητες:
https://www.kinima-ypervasi.gr/systimiki-trapeziki-apati-kai-xeplyma/
https://www.kinima-ypervasi.gr/to-karouzel-ton-titlopoiiseon-med-tou-ellinikou-trapezikou-systimatos/
https://www.kinima-ypervasi.gr/ta-xena-funds-tis-irlandias-kai-tou-louxemv/
https://www.kinima-ypervasi.gr/upd-i-trapeza-tis-ellados-kalei-tis-ellinik/
https://www.kinima-ypervasi.gr/paranomes-oi-poliseis-ton-kokkinon-daneion/
https://www.kinima-ypervasi.gr/o-lykos-tis-wall-street-itan-gataki-brosta-stous-greek-banksters/
https://www.kinima-ypervasi.gr/choris-tin-asylia-oi-ellines-trapezites-tha-itan-idi-oloi-stin-fylaki/