Κωνσταντίνος Σιμωνίδης: Η σκοτεινή ιστορία του μεγαλύτερου Έλληνα πλαστογράφου του 19ου αιώνα

Κωνσταντίνος Σιμωνίδης: Η σκοτεινή ιστορία του μεγαλύτερου Έλληνα πλαστογράφου του 19ου αιώνα
66 / 100 SEO Score

Από τα μοναστήρια του Αγίου Όρους μέχρι τις μεγάλες βιβλιοθήκες της Ευρώπης, ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης κατασκεύαζε πλαστά αρχαία χειρόγραφα, παραπλανώντας συλλέκτες, αρχαιολόγους και διακεκριμένους φιλολόγους

Μία από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του 19ου αιώνα ήταν ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, ο Έλληνας πλαστογράφος χειρογράφων που κατάφερε να εξαπατήσει σημαντικούς εκπροσώπους της ευρωπαϊκής επιστημονικής και πνευματικής κοινότητας. Γεννημένος, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, στις 5 Νοεμβρίου 1820 στη Σύμη, απέκτησε φήμη για την εξαιρετική γνώση της ελληνικής παλαιογραφίας, της καλλιγραφίας και των ιστορικών πηγών. Η ικανότητά του δεν περιοριζόταν στην κατασκευή πλαστών χειρογράφων, καθώς δημιουργούσε ολόκληρες ιστορίες προέλευσης, αλληλογραφίες και μαρτυρίες, προκειμένου να προσδίδει αξιοπιστία στα υποτιθέμενα αρχαία ευρήματά του.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωσή του φέρεται να έπαιξε η παραμονή του στο Άγιο Όρος, την περίοδο 1839-1841, όπου ήρθε σε επαφή με τη βυζαντινή γραφή, την αντιγραφή χειρογράφων και την αγιογραφία. Ωστόσο, ακόμη και οι πληροφορίες για τα πρώτα χρόνια της ζωής του παραμένουν αμφισβητούμενες, καθώς ο ίδιος παρουσίαζε διαφορετικές εκδοχές για την καταγωγή και την παιδική του ηλικία. Στην Αθήνα, περίπου μεταξύ 1846 και 1849, άρχισε να εμφανίζεται στους κύκλους των αρχαιολόγων και των φιλολόγων, ισχυριζόμενος ότι είχε πρόσβαση σε σπάνια έργα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, μεταξύ των οποίων ο Όμηρος, ο Ησίοδος και ο Ανακρέων.

Η δράση του επεκτάθηκε σύντομα στην Ευρώπη. Το 1853 εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, ενώ έναν χρόνο αργότερα ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου έγινε δεκτός από σημαντικές προσωπικότητες των γαλλικών γραμμάτων. Το 1856 βρέθηκε στη Λειψία, όπου ξέσπασε διαμάχη σχετικά με την αυθεντικότητα χειρογράφων που επιχειρούσε να πουλήσει στη βασιλική συλλογή της Σαξονίας. Η αντιπαράθεσή του με τον Γερμανό θεολόγο και παλαιογράφο Κωνσταντίνο φον Τισεντόρφ οδήγησε στη σύλληψή του και σε σύντομη φυλάκιση, ενώ στη συνέχεια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Γερμανία. Επιστρέφοντας στην Αγγλία, απέκτησε πρόσβαση σε γνήσιους παπύρους από τη συλλογή του Τζόζεφ Μάγιερ στο Λίβερπουλ, τους οποίους χρησιμοποίησε ως υλικό για την κατασκευή πλαστών αρχαίων κειμένων.

Μία από τις πιο γνωστές υποθέσεις της δράσης του αφορούσε τον Σιναϊτικό Κώδικα (Codex Sinaiticus). Το 1862 ο Σιμωνίδης υποστήριξε δημόσια ότι είχε γράψει ο ίδιος το χειρόγραφο το 1839, κατά την παραμονή του στο Άγιο Όρος, υπό την καθοδήγηση του υποτιθέμενου θείου του Βενεδίκτου. Ο ισχυρισμός του ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη θέση του Τισεντόρφ, ο οποίος χρονολογούσε τον κώδικα στον 4ο αιώνα μ.Χ. Παράλληλα, ο Σιμωνίδης είχε παρουσιάσει χειρόγραφα της Ιλιάδας γραμμένα σε φύλλα λωτού, καθώς και ποιήματα που απέδιδε στην αρχαιότητα. Σε μία από αυτές τις περιπτώσεις, η επιτροπή που εξέτασε το υλικό διχάστηκε, καθώς έντεκα από τα δώδεκα μέλη φέρονται να πείστηκαν για την αυθεντικότητά του, μέχρι που εντοπίστηκε ότι το κείμενο αναπαρήγαγε ακόμη και τυπογραφικά λάθη έκδοσης του 18ου αιώνα.

Στον κατάλογο των πλαστογραφιών που του αποδίδονται περιλαμβάνονται επίσης υποτιθέμενες επιστολές του Αλκιβιάδη προς τον Περικλή, έγγραφα του στρατηγού Βελισάριου προς τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, καθώς και χειρόγραφο του Αριστοτέλη που φέρεται να πωλήθηκε στον Ισμαήλ Πασά της Αιγύπτου. Παρά τις πολυάριθμες καταγγελίες, η προσωπικότητά του δεν αντιμετωπίστηκε από όλους τους μελετητές αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της απάτης. Ο Σιμωνίδης διέθετε πραγματικές γνώσεις παλαιογραφίας και είχε ασχοληθεί με την έκδοση έργων βυζαντινών θεολόγων, χρησιμοποιώντας σε ορισμένες περιπτώσεις αυθεντικά χειρόγραφα και πραγματικές παραλλαγές κειμένων. Η σύνθετη αυτή σχέση ανάμεσα σε πραγματικές πηγές και κατασκευασμένα στοιχεία εξακολουθεί να απασχολεί την ιστορική έρευνα.

Εξίσου μυστηριώδης παραμένει και η τελευταία περίοδος της ζωής του. Το 1867 δημοσιεύθηκε η είδηση ότι είχε πεθάνει από λέπρα στην Αλεξάνδρεια, όπου φέρεται να είχε καταφύγει φτωχός και κυνηγημένος. Ωστόσο, στις 25 Σεπτεμβρίου 1890, η βιεννέζικη εφημερίδα «Neues Wiener Tagblatt» παρουσίασε μια διαφορετική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία ο Σιμωνίδης είχε πεθάνει νωρίτερα εκείνη τη χρονιά σε χωριό της Αλβανίας, έχοντας σκηνοθετήσει τον θάνατό του για να αποφύγει νέες διώξεις.

Η ιστορία του επανήλθε στο προσκήνιο μέσα από το βιβλίο του Γερμανού συγγραφέα και δημοσιογράφου Ρούντιγκερ Σάπερ «Η Οδύσσεια του πλαστογράφου Κωνσταντίνου Σιμωνίδη», που κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις Νεφέλη. Το έργο εξετάζει τη σχέση του Έλληνα πλαστογράφου με την ευρωπαϊκή πνευματική ελίτ και την επιθυμία της εποχής για την ανακάλυψη σπάνιων αρχαίων τεκμηρίων, αναδεικνύοντας παράλληλα τις αδυναμίες των μεθόδων ελέγχου της αυθεντικότητας των χειρογράφων.

ΠΗΓΗ-ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΔΩ