Ακρίβεια: Νέο κύμα ανατιμήσεων απειλεί τα ελληνικά νοικοκυριά…
Στο 5,6% εκτοξεύθηκε ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Οκτώβριο, με τις τιμές της ενέργειας να αυξάνονται κατά 26,5% και τις υπηρεσίες να καταγράφουν σχεδόν διπλάσιο ρυθμό ανατιμήσεων σε σχέση με την Ευρωζώνη. Προειδοποίηση για περαιτέρω επιβάρυνση των εισοδημάτων από το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο.
Νέες ισχυρές πιέσεις στο κόστος ζωής δέχονται τα ελληνικά νοικοκυριά, καθώς ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε τον Οκτώβριο, ενισχύοντας τις ανησυχίες για ένα νέο κύμα ανατιμήσεων. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Eurostat, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 5,6%, από 5,1% τον Σεπτέμβριο, κατατάσσοντας τη χώρα στην τρίτη θέση της Ευρωζώνης ως προς τον ετήσιο ρυθμό αύξησης των τιμών. Την ίδια περίοδο, ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ ανήλθε στο 4%, με τη διαφορά να φτάνει τις 1,6 ποσοστιαίες μονάδες.
Βασική πηγή των νέων πληθωριστικών πιέσεων αποτελεί η ενέργεια, όπου οι τιμές στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 26,5% τον Οκτώβριο, έναντι 20,8% στην Ευρωζώνη. Η επίδοση αυτή αποτελεί την πέμπτη υψηλότερη αύξηση μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ. Ιδιαίτερα έντονες είναι οι ανατιμήσεις και στις υπηρεσίες, με τον σχετικό δείκτη να ενισχύεται κατά 6,3%, σχεδόν διπλάσια από το 3,3% που καταγράφηκε στην Ευρωζώνη. Οι αυξήσεις συνδέονται, μεταξύ άλλων, με τις μεταφορές και τα τουριστικά πακέτα.
Την ίδια στιγμή, ο δομικός πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 4,7%, έναντι 2,5% στην Ευρωζώνη, γεγονός που αποτυπώνει τη διεύρυνση των ανατιμητικών πιέσεων πέρα από τις κατηγορίες που επηρεάζονται άμεσα από τις ενεργειακές τιμές. Πιο συγκρατημένη ήταν η εικόνα στα τρόφιμα, όπου η ετήσια αύξηση έφτασε το 1,4%, έναντι 1,6% στην Ευρωζώνη. Στα επεξεργασμένα τρόφιμα οι τιμές παρέμειναν αμετάβλητες, ενώ στα βιομηχανικά αγαθά εκτός ενέργειας η αύξηση περιορίστηκε στο 0,6%.
Καθοριστικό ρόλο στην επιδείνωση του ενεργειακού κόστους διαδραματίζει η άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Το πετρέλαιο Brent κινήθηκε τον Οκτώβριο πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, προσεγγίζοντας ή ξεπερνώντας σε αρκετές συνεδριάσεις τα 110-115 δολάρια. Παράλληλα, ο ευρωπαϊκός δείκτης φυσικού αερίου TTF ξεπέρασε στα τέλη του μήνα τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, για πρώτη φορά από τον Δεκέμβριο του 2022. Η τιμή έκλεισε κοντά στα 104 ευρώ, από 72 ευρώ στα τέλη Σεπτεμβρίου, καταγράφοντας άνοδο περίπου 45%.
Η ταυτόχρονη αύξηση του πετρελαίου και του φυσικού αερίου επιβαρύνει το κόστος των καυσίμων, της ηλεκτροπαραγωγής, των μεταφορών και της παραγωγικής δραστηριότητας. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί τις προϋποθέσεις για νέες αυξήσεις σε περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες, ακόμη και σε τομείς όπου οι ανατιμήσεις παραμένουν μέχρι στιγμής περιορισμένες. Το βασικό ζητούμενο για τους επόμενους μήνες είναι σε ποιο βαθμό οι αυξημένες ενεργειακές δαπάνες θα απορροφηθούν από τις επιχειρήσεις και πόσο τελικά θα μετακυλιστεί το κόστος στους καταναλωτές.
Τους κινδύνους για την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών επισημαίνει το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο στη Φθινοπωρινή Έκθεσή του. Όπως προειδοποιεί, η διατήρηση των ενεργειακών τιμών σε υψηλά επίπεδα, σε συνδυασμό με τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, μπορεί να οδηγήσει σε ευρύτερη μεταφορά των ανατιμήσεων στην οικονομία και σε μεγαλύτερη διάρκεια του πληθωρισμού. Ήδη, στο διάστημα Ιανουαρίου-Αυγούστου, ο μέσος εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα είχε διαμορφωθεί στο 3,6%, από 3,2% την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, ενώ οι τιμές της ενέργειας είχαν αυξηθεί κατά μέσο όρο 10,6%, έναντι 6,6% στην Ευρωζώνη.
Παρά τις πληθωριστικές πιέσεις, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 1,9% για το 2026 και 2% για το 2027. Οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 9% το πρώτο εξάμηνο του έτους, ενώ η ανεργία υποχώρησε στο 7,4% τον Αύγουστο. Ωστόσο, η ενεργειακή επιβάρυνση προστίθεται στους κινδύνους που συνδέονται με το αυξημένο διεθνές κόστος δανεισμού και την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης. Σε δημοσιονομικό επίπεδο, η πρόβλεψη κάνει λόγο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,6% του ΑΕΠ το 2026 και 3,3% το 2027, με το Συμβούλιο να επισημαίνει παράλληλα τη σημασία διατήρησης των δυνατοτήτων στοχευμένης στήριξης των ευάλωτων νοικοκυριών και επιχειρήσεων.