Γιατί μένουν άδειοι οι κουμπαράδες των ελληνικών νοικοκυριών…

Γιατί μένουν άδειοι οι κουμπαράδες των ελληνικών νοικοκυριών...
55 / 100 SEO Score

Η ακρίβεια περιορίζει τη δυνατότητα αποταμίευσης, ενώ οι χαμηλές αποδόσεις των καταθέσεων και το υψηλό κόστος δανεισμού δυσκολεύουν τον οικονομικό προγραμματισμό των οικογενειών.

Η δημιουργία ενός αποταμιευτικού αποθέματος παραμένει δύσκολη υπόθεση για πολλά ελληνικά νοικοκυριά, καθώς το αυξημένο κόστος διαβίωσης περιορίζει τα χρήματα που περισσεύουν στο τέλος του μήνα. Οι δαπάνες για τις καθημερινές ανάγκες, σε συνδυασμό με τις πληθωριστικές πιέσεις, δυσχεραίνουν την προσπάθεια συγκέντρωσης χρημάτων για έκτακτες ανάγκες ή μελλοντικούς στόχους.

Σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Οκτώβριο του 2026, το μέσο επιτόκιο καταθέσεων ταμιευτηρίου διαμορφώνεται στο 0,37%, ενώ το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων φτάνει το 4,79%. Η διαφορά των 4,42 ποσοστιαίων μονάδων αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στην απόδοση των χρημάτων που διατηρούν οι καταθέτες στις τράπεζες και στο κόστος με το οποίο δανείζονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η περιορισμένη απόδοση των καταθέσεων μειώνει το όφελος για όσους διατηρούν τα χρήματά τους σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένων τιμών. Την ίδια στιγμή, μεγάλο μέρος της ρευστότητας παραμένει σε λογαριασμούς άμεσης πρόσβασης, οι οποίοι προσφέρουν χαμηλές αποδόσεις. Έτσι, η συγκέντρωση ενός επαρκούς οικονομικού αποθέματος γίνεται δυσκολότερη, ενώ οι τράπεζες εξακολουθούν να διαθέτουν σχετικά χαμηλό κόστος άντλησης καταθέσεων.

Οι πιέσεις επεκτείνονται και στην αγορά κατοικίας. Η δυσκολία συγκέντρωσης της απαραίτητης προκαταβολής αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για όσους επιδιώκουν να αποκτήσουν πρώτη κατοικία, ιδιαίτερα για τα νοικοκυριά με μεσαία εισοδήματα. Ακόμη και όταν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την κάλυψη της αρχικής συμμετοχής, το ύψος της μηνιαίας δόσης μπορεί να δυσχεράνει την έγκριση ενός στεγαστικού δανείου.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και οι μακροπροληπτικοί κανόνες της Τράπεζας της Ελλάδος, οι οποίοι θέτουν όρια στη σχέση μεταξύ των δανειακών υποχρεώσεων και του εισοδήματος. Για τους αγοραστές πρώτης κατοικίας, το ανώτατο όριο του δείκτη εξυπηρέτησης χρέους προς εισόδημα (DSTI) ορίζεται στο 50%, ενώ για τους υπόλοιπους δανειολήπτες διαμορφώνεται στο 40%. Τα όρια αυτά αποσκοπούν στη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, αλλά επηρεάζουν και τη δυνατότητα πρόσβασης νέων δανειοληπτών στη χρηματοδότηση.

Η περιορισμένη αποταμιευτική βάση έχει ευρύτερες επιπτώσεις και στην οικονομία, καθώς μειώνει τους διαθέσιμους εγχώριους πόρους για τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων. Όταν οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών παραμένουν χαμηλές, η κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της οικονομίας εξαρτάται περισσότερο από κεφάλαια που προέρχονται από το εξωτερικό. Παράλληλα, η χαμηλή απόδοση των καταθέσεων και το υψηλό κόστος δανεισμού διαμορφώνουν ένα περιβάλλον που δυσκολεύει τόσο τη δημιουργία αποθεματικών όσο και την πρόσβαση σε πιστωτικές διευκολύνσεις.

ΠΗΓΗ