Ελληνικό κρασί: Οι ιστορικές οινοποιίες που πέρασαν από τη δόξα στις κρίσεις

Ελληνικό κρασί: Οι ιστορικές οινοποιίες που πέρασαν από τη δόξα στις κρίσεις
54 / 100 SEO Score

Από την Achaia Clauss και την Καμπάς έως τη Μπουτάρης, την Τσάνταλης, την Κουρτάκης και τη Μαλαματίνα, οι επιχειρήσεις που διαμόρφωσαν την ιστορία του εμφιαλωμένου κρασιού στην Ελλάδα γνώρισαν μεγάλες εμπορικές επιτυχίες, αλλά και σοβαρές οικονομικές περιπέτειες. Πτωχεύσεις, αναδιαρθρώσεις χρεών, πλειστηριασμοί και εξαγορές σημάδεψαν την πορεία ιστορικών ονομάτων της ελληνικής οινοποιίας.

Η ιστορία του ελληνικού κρασιού εκτείνεται σε χιλιάδες χρόνια, ωστόσο η μετάβαση από τη χύμα διάθεση στην οργανωμένη παραγωγή και εμφιάλωση αποτέλεσε καθοριστικό σταθμό για την εξέλιξη του κλάδου. Επιχειρηματίες που επένδυσαν σε σύγχρονες για την εποχή τους εγκαταστάσεις, νέες μεθόδους παραγωγής και εξαγωγές συνέβαλαν στην ανάδειξη των ελληνικών οίνων στην εγχώρια και τη διεθνή αγορά. Ανάμεσα στα ονόματα που ξεχώρισαν βρίσκονται η Achaia Clauss, η Καμπάς, η Μπουτάρης, η Τσάνταλης, η Κουρτάκης και η Μαλαματίνα, εταιρείες που άφησαν ισχυρό αποτύπωμα, αλλά στην πορεία αντιμετώπισαν σοβαρές οικονομικές δυσκολίες.

Η Achaia Clauss, που ιδρύθηκε το 1861 από τον Γερμανό Γουσταύο Κλάους στην Πάτρα, θεωρείται μία από τις παλαιότερες οργανωμένες οινοποιίες της χώρας. Η Μαυροδάφνη και η Δεμέστιχα αποτέλεσαν εμβληματικές ετικέτες της, με τη δεύτερη να συνδέεται με την πρώτη εμπορική εμφιάλωση ελληνικού κρασιού το 1899. Η επιχείρηση γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη και σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα, με την παραγωγή της να φτάνει το ένα εκατομμύριο φιάλες ετησίως τη δεκαετία του 1950. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, ωστόσο, άρχισε η σταδιακή υποχώρησή της, καθώς ο ανταγωνισμός εντεινόταν και οι οικονομικές δυσκολίες πολλαπλασιάζονταν. Η εταιρεία πέρασε σε διαφορετικά ιδιοκτησιακά σχήματα, ενώ η παραγωγική δραστηριότητα επέστρεψε στην Ελλάδα το 2025. Τον Σεπτέμβριο του 2026, πυρκαγιά κατέστρεψε ολοσχερώς ένα διώροφο πέτρινο κτίριο στις εγκαταστάσεις της, χωρίς να επεκταθεί στο ιστορικό αρχείο και στο Αυτοκρατορικό Κελάρι.

Σημαντική θέση στην εξέλιξη της ελληνικής οινοποιίας κατέχει και η Καμπάς, η οποία αναπτύχθηκε από τον Ανδρέα Καμπά και τον αδελφό του Αλέξανδρο. Το 1875 απέκτησαν το Κτήμα Κάντζα, έκτασης 5.000 στρεμμάτων, και προχώρησαν στην ανάπτυξη αμπελώνων, αξιοποιώντας ευρωπαϊκές καλλιεργητικές μεθόδους. Το 1888 πραγματοποιήθηκε η πρώτη εμφιάλωση του κονιάκ Καμπά, ενώ η εταιρεία ανέδειξε ετικέτες όπως η Cava Cambas, που συνδέθηκε με την παλαίωση του κρασιού στην Ελλάδα. Η επιχείρηση εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αθηνών το 1920, αλλά τα οικονομικά προβλήματα και ο αυξημένος δανεισμός οδήγησαν το 1936 στον έλεγχο της Εθνικής Τράπεζας. Το 1991, η τράπεζα προχώρησε στην πώληση των ακινήτων και των παραγωγικών εγκαταστάσεων, με την Ι. Μπουτάρης και Υιός Holding να επικρατεί στη σχετική διαδικασία. Η πορεία της Καμπάς συνδέθηκε έκτοτε με εκείνη της Μπουτάρης.

Η Μπουτάρης ξεκίνησε το 1879 στη Νάουσα από τον Ιωάννη Μπουτάρη, ενώ το 1906 δημιουργήθηκε το πρώτο ιδιόκτητο οινοποιείο της επιχείρησης. Εκεί εμφιαλώθηκε το ερυθρό κρασί Νάουσσα Μπουτάρη, το οποίο αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την ελληνική οινοποιία. Στις επόμενες δεκαετίες, η εταιρεία επεκτάθηκε σε σημαντικές αμπελουργικές περιοχές, όπως η Γουμένισσα, η Σαντορίνη, η Νεμέα και η Κρήτη, επενδύοντας παράλληλα σε ελληνικές και ξένες ποικιλίες. Το 1987 εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ενώ η δραστηριότητά της περιλάμβανε και την ανάπτυξη του οινοτουρισμού. Η οικονομική κρίση και η συσσώρευση χρεών οδήγησαν σε διαδοχικές προσπάθειες αναδιάρθρωσης, χωρίς να αποτραπεί η επιδείνωση της κατάστασης. Το 2022, οι αδελφοί Ηλίας και Θωμάς Γεωργιάδη, μέσω του ομίλου Sterner Stenhus Holding και της Ελληνικά Οινοποιεία, συνέβαλαν στη διάσωση της ιστορικής επιχείρησης μέσω νέου σχεδίου εξυγίανσης. Η εταιρεία συνεχίζει πλέον την πορεία της χωρίς συμμετοχή της οικογένειας Μπουτάρη στη μετοχική σύνθεση ή στη διοίκησή της.

Από τις σημαντικότερες παρουσίες του κλάδου υπήρξε και η Τσάνταλης, με οικογενειακή παράδοση που ξεκινά το 1890 στην Ανατολική Θράκη. Ο Ευάγγελος Τσάνταλης ήταν εκείνος που μετέτρεψε την οικογενειακή δραστηριότητα σε έναν ισχυρό οινοποιητικό όμιλο, επενδύοντας στην αναβίωση ιστορικών αμπελώνων και στην ανάδειξη γηγενών ποικιλιών. Από το Άγιο Όρος και τη Ραψάνη έως τη Μαρώνεια και τη Νάουσα, η εταιρεία ανέπτυξε σημαντικές παραγωγικές δραστηριότητες, ενώ οι εξαγωγές της έφτασαν σε 55 χώρες. Ωστόσο, η πανδημία, η ενεργειακή κρίση και οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία επιβάρυναν καθοριστικά την οικονομική της θέση. Η παραγωγή σταμάτησε τον Ιούλιο του 2023 και τον Δεκέμβριο του 2025 η εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση. Η πρόταση της Ελληνικά Οινοποιεία για την εξαγορά της, ύψους 11 εκατ. ευρώ, δεν έγινε δεκτή από τις πιστώτριες τράπεζες. Στη συνέχεια, η εταιρεία των αδελφών Γεωργιάδη περιορίστηκε στη μίσθωση των αμπελώνων της Τσάνταλης στη Μακεδονία και τη Θράκη, ενώ ακολούθησαν πλειστηριασμοί εγκαταστάσεων και εκτάσεων.

Καθοριστική υπήρξε η συμβολή της Κουρτάκης στην οργανωμένη παραγωγή και διάδοση της ρετσίνας. Η οινοποιία ιδρύθηκε το 1895 από τον Βασίλειο Κουρτάκη στο Μαρκόπουλο Μεσογείων, ενώ το 1905 πραγματοποιήθηκε η πρώτη εμφιάλωση της ομώνυμης ρετσίνας. Με την ανάληψη της δραστηριότητας από τον Δημήτρη Κουρτάκη, οι σπουδές του οποίου στη Γαλλία τον ανέδειξαν σε έναν από τους πρώτους Έλληνες οινολόγους με σχετική κατάρτιση, η παραγωγή πέρασε σε πιο οργανωμένη και βιομηχανική βάση. Τη δεκαετία του 1970, οι πωλήσεις της έφτασαν τις 60 εκατομμύρια φιάλες, καθιστώντας την εταιρεία μία από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οινοποιίες σε όγκο παραγωγής. Η υποχώρηση της ζήτησης για ρετσίνα και ο εντεινόμενος ανταγωνισμός επιβάρυναν αργότερα τις οικονομικές επιδόσεις της. Στις αρχές του 2025, η υπεραιωνόβια Ελληνικά Κελλάρια Οίνων πέρασε από την οικογένεια Κουρτάκη στην Cavino, την οινοποιία των αδελφών Αναστασίου.

Ανάλογη διαδρομή, με διαφορετικές περιόδους ανάπτυξης και κρίσης, ακολούθησε η Μαλαματίνα, η οποία συνδέθηκε στενά με τη ρετσίνα. Η οικογενειακή παράδοση ξεκίνησε στην Τένεδο, ενώ το 1895 ο Κωνσταντίνος Μαλαματίνας ίδρυσε οινοποιείο στην Αλεξανδρούπολη. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οικογένεια μετέφερε τη δραστηριότητά της στην Ελλάδα, δημιουργώντας νέα μονάδα στην Αυλίδα το 1934. Το 1957 εμφιαλώθηκε για πρώτη φορά η ρετσίνα Μαλαματίνα στο χαρακτηριστικό μπουκάλι τύπου «φούσκα», συμβάλλοντας στην ευρεία διάδοσή της σε ολόκληρη τη χώρα. Η επιχείρηση εκσυγχρονίστηκε και επεκτάθηκε, αλλά οι οικογενειακές διαμάχες, οι επιχειρηματικές δυσκολίες και ο υψηλός δανεισμός οδήγησαν σε σοβαρή κρίση. Οι υποχρεώσεις προς τις τράπεζες έφτασαν τα 43,8 εκατ. ευρώ, με αποτέλεσμα να απαιτηθεί σχέδιο εξυγίανσης και αναζήτηση στρατηγικού επενδυτή. Από τον Μάρτιο του 2022, η οινοποιία πέρασε στον όμιλο Mantis, στο πλαίσιο της προσπάθειας διάσωσης και συνέχισης της δραστηριότητάς της.

ΠΗΓΗ-ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ