Αυξήσεις στα ενοίκια: Τι μπορεί να ζητήσει ο ιδιοκτήτης και πότε ο ενοικιαστής έχει δικαίωμα να αρνηθεί

Αυξήσεις στα ενοίκια: Τι μπορεί να ζητήσει ο ιδιοκτήτης και πότε ο ενοικιαστής έχει δικαίωμα να αρνηθεί
66 / 100 SEO Score

Η στεγαστική κρίση, η υποχρεωτική τριετία και οι ρήτρες αναπροσαρμογής που καθορίζουν τις νέες διαπραγματεύσεις στη μίσθωση κατοικιών

Η αγορά κατοικίας συνεχίζει να κινείται ανοδικά, παρά την επιβράδυνση που καταγράφεται σε ορισμένες περιοχές, με αποτέλεσμα οι αυξήσεις στα ενοίκια να παραμένουν έντονες. Χιλιάδες ιδιοκτήτες ζητούν αναπροσαρμογή μισθωμάτων, ενώ οι ενοικιαστές αναρωτιούνται αν είναι υποχρεωμένοι να αποδεχθούν τις νέες απαιτήσεις. Η απάντηση δεν εξαρτάται μόνο από τις συνθήκες της αγοράς, αλλά κυρίως από το μισθωτήριο και το νομικό πλαίσιο που διέπει τις μισθώσεις κατοικιών.

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 5,7% το πρώτο τρίμηνο του 2026 σε σχέση με πέρυσι, με ακόμη μεγαλύτερη άνοδο σε Θεσσαλονίκη και περιφέρεια. Παρότι ο ρυθμός είναι χαμηλότερος από προηγούμενες χρονιές, η πίεση στα μισθώματα παραμένει ισχυρή. Σε περιοχές όπως τα δυτικά προάστια της Αττικής και ο Πειραιάς, οι αυξήσεις είναι εντονότερες, καθώς η ζήτηση μεταφέρεται σε πιο προσιτές συνοικίες.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ανανέωση ενός μισθωτηρίου συνοδεύεται σχεδόν πάντα από αίτημα για υψηλότερο ενοίκιο. Ωστόσο, ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να επιβάλει μονομερώς αύξηση οποτεδήποτε. Η αναπροσαρμογή επιτρέπεται μόνο όταν προβλέπεται στο μισθωτήριο μέσω ρήτρας, όταν υπάρχει νέα συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ή μετά τη συμπλήρωση της υποχρεωτικής τριετίας. Σύμφωνα με τον Ν. 1703/1987, κάθε μίσθωση κατοικίας έχει ελάχιστη διάρκεια τριών ετών, ακόμη κι αν έχει συμφωνηθεί μικρότερο διάστημα.

Μετά την τριετία, δεν υπάρχει ανώτατο ποσοστό αύξησης. Το νέο μίσθωμα καθορίζεται ελεύθερα, αλλά μόνο με συμφωνία ιδιοκτήτη και ενοικιαστή. Αν δεν υπάρξει συνεννόηση, ο ιδιοκτήτης μπορεί να επιδιώξει τη λήξη της μίσθωσης και την απόδοση του ακινήτου, ακολουθώντας τις νόμιμες διαδικασίες. Παράνομη θεωρείται κάθε αύξηση που επιβάλλεται χωρίς συναίνεση, πριν την τριετία χωρίς σχετική ρήτρα ή χωρίς νέα συμφωνία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο ενοικιαστής έχει πλήρες δικαίωμα να αρνηθεί.

Κομβικό στοιχείο αποτελεί η ρήτρα αναπροσαρμογής, η οποία καθορίζει από την αρχή πότε και πώς μπορεί να μεταβληθεί το ενοίκιο. Συνήθως προβλέπει ετήσια αύξηση 2%–3% ή σύνδεση με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της ΕΛΣΤΑΤ. Έτσι, ένα ενοίκιο 700 ευρώ με ετήσια αύξηση 3% διαμορφώνεται στα 721 ευρώ. Η ύπαρξη ή η απουσία τέτοιας ρήτρας καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις δυνατότητες και των δύο πλευρών κατά τη διαπραγμάτευση.

Οι ειδικοί της αγοράς τονίζουν ότι τόσο οι ιδιοκτήτες όσο και οι ενοικιαστές πρέπει να εξετάζουν προσεκτικά τους όρους του μισθωτηρίου πριν από οποιαδήποτε αλλαγή. Ο ενοικιαστής μπορεί να ζητήσει τεκμηρίωση της αύξησης, να συγκρίνει τα μισθώματα της περιοχής και να προτείνει σταδιακή αναπροσαρμογή. Από την άλλη, πολλοί ιδιοκτήτες προτιμούν έναν συνεπή ενοικιαστή από μια υπερβολική αύξηση που μπορεί να οδηγήσει σε κενό διάστημα και απώλεια εισοδήματος.

ΠΗΓΗ