Παραγραφή φορολογικών δηλώσεων: Το παράδοξο που μπερδεύει φορολογούμενους και λογιστές
Τρία διαφορετικά χρονικά όρια, 5, 10 και 15 χρόνια, καθορίζουν ποια έτη μπορεί ακόμη να ελέγξει η ΑΑΔΕ και ποια έχουν κλείσει οριστικά
Η ΑΑΔΕ διατηρεί ακόμη το δικαίωμα να ελέγξει φορολογούμενους που δεν υπέβαλαν φορολογική δήλωση το 2010, την ώρα που μεταγενέστερα έτη – όπως το 2017 – έχουν ήδη παραγραφεί. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται στις διαδοχικές αλλαγές της νομοθεσίας, οι οποίες δημιούργησαν ένα μωσαϊκό διαφορετικών περιόδων παραγραφής, προκαλώντας σύγχυση σε φορολογούμενους, λογιστές αλλά και ελεγκτές της φορολογικής διοίκησης.
Η παραγραφή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς πέρα από το τυπικό πρόστιμο των 100 ευρώ για μη υποβολή δήλωσης, η εφορία μπορεί να καταλογίσει φόρους και να διενεργήσει πλήρη έλεγχο, εφόσον το έτος δεν έχει παραγραφεί. Όταν η δήλωση δεν έχει υποβληθεί, οι προθεσμίες παραγραφής επιμηκύνονται σημαντικά, φτάνοντας έως και τα 15 χρόνια, ανάλογα με το φορολογικό έτος.
Ο γενικός κανόνας προβλέπει πενταετή παραγραφή για έτη με υποβληθείσες δηλώσεις, η οποία μπορεί να επεκταθεί στα 10 χρόνια όταν προκύπτουν «συμπληρωματικά στοιχεία». Ωστόσο, για τις περιπτώσεις μη υποβολής δήλωσης ισχύουν τρεις διαφορετικές περίοδοι: 15 χρόνια για τις χρήσεις 2010–2013, 5 χρόνια για τις χρήσεις 2014–2017 και 10 χρόνια για τα έτη από το 2018 και μετά.
Έτσι, η ΑΑΔΕ μπορεί φέτος να ελέγξει όσους δεν υπέβαλαν δήλωση το 2010, ενώ οι υποθέσεις των ετών 2014–2017 έχουν ήδη παραγραφεί οριστικά. Το παράδοξο κορυφώνεται το 2029, όταν θα παραγραφούν ταυτόχρονα οι υποθέσεις του 2013 (με 15ετή παραγραφή) και του 2018 (με 10ετή παραγραφή), ενώ τα ενδιάμεσα έτη έχουν κλείσει εδώ και χρόνια.
Από το 2029 και μετά, το σύστημα θα εξομαλυνθεί, καθώς για κάθε φορολογικό έτος χωρίς υποβληθείσα δήλωση θα ισχύει ενιαία δεκαετής παραγραφή. Μέχρι τότε, όμως, οι διαφορετικές περίοδοι συνεχίζουν να δημιουργούν ασάφειες και να οδηγούν σε λάθη, προσφυγές και αυξημένο φόρτο για τις υπηρεσίες της ΑΑΔΕ.