Τεράστια φοροδιαφυγή στα ενοίκια…

Τεράστια φοροδιαφυγή στα ενοίκια...
66 / 100 SEO Score

Τα δηλωθέντα εισοδήματα από μισθώματα αυξήθηκαν μόλις κατά 3,6%, παρά την άνοδο των ενοικίων πάνω από 10% το 2025. Επτά στους δέκα ιδιοκτήτες δηλώνουν ετήσια εισοδήματα κάτω των 5.000 ευρώ, ενώ η υποχρεωτική καταβολή μέσω τραπεζών μετατίθεται για τον Ιούλιο του 2027.

Η φοροδιαφυγή στα εισοδήματα από ενοίκια εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ανοιχτά μέτωπα της φορολογικής διοίκησης, με τα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων να αναδεικνύουν σημαντικές αποκλίσεις σε σχέση με την πορεία της αγοράς ακινήτων. Το βασικό ζήτημα αφορά την υποδήλωση των πραγματικών μισθωμάτων, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις τα ποσά που αναγράφονται στα ηλεκτρονικά μισθωτήρια είναι χαμηλότερα από εκείνα που καταβάλλουν πραγματικά οι ενοικιαστές.

Ενδεικτική είναι η εικόνα που προκύπτει από τα φορολογικά στοιχεία για το 2025. Τα δηλωθέντα εισοδήματα από ενοίκια αυξήθηκαν κατά μόλις 3,6%, την ώρα που ο δείκτης ενοικίων κύριας κατοικίας της ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε άνοδο άνω του 10%. Αν και οι δύο δείκτες αφορούν διαφορετικά στατιστικά μεγέθη, η απόσταση μεταξύ τους δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο τα πραγματικά εισοδήματα των ιδιοκτητών αποτυπώνονται πλήρως στις φορολογικές δηλώσεις.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η κατανομή των εισοδημάτων από μισθώματα. Περίπου 1,5 εκατομμύριο φορολογούμενοι, δηλαδή επτά στους δέκα που δηλώνουν εισόδημα από ενοίκια, εμφανίζουν ετήσιες απολαβές κάτω από 5.000 ευρώ. Παράλληλα, το 92,2% δηλώνει εισοδήματα έως 12.000 ευρώ τον χρόνο. Τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν αποτελούν από μόνα τους απόδειξη φοροδιαφυγής, καθώς επηρεάζονται και από παράγοντες όπως η συνιδιοκτησία ακινήτων και η διάρκεια των μισθώσεων, ωστόσο αναδεικνύουν την ανάγκη ενίσχυσης των φορολογικών διασταυρώσεων.

Το φαινόμενο της υποδήλωσης αφορά κυρίως περιπτώσεις στις οποίες ιδιοκτήτες και ενοικιαστές συμφωνούν σε ένα χαμηλότερο ποσό στο επίσημο μισθωτήριο, ενώ η διαφορά καταβάλλεται εκτός τραπεζικού συστήματος. Με αυτόν τον τρόπο, μέρος του πραγματικού εισοδήματος από την εκμίσθωση ακινήτων παραμένει αδήλωτο, περιορίζοντας τα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη αναπτυχθεί μηχανισμοί αντιμετώπισης αντίστοιχων πρακτικών. Στην Ιρλανδία λειτουργεί υποχρεωτικό μητρώο μισθώσεων, στο οποίο καταγράφονται τα ακίνητα, οι ιδιοκτήτες και τα συμφωνημένα ενοίκια, ενώ στη Βρετανία η φορολογική αρχή HMRC αξιοποιεί πληροφορίες από μεσιτικά γραφεία και εταιρείες διαχείρισης εγγυήσεων, παρέχοντας παράλληλα δυνατότητα οικειοθελούς αποκάλυψης αδήλωτων εισοδημάτων.

Για την Ελλάδα, η διασύνδεση των ηλεκτρονικών μισθωτηρίων με τις τραπεζικές συναλλαγές και τις φορολογικές δηλώσεις θεωρείται ένα από τα βασικά εργαλεία περιορισμού της φοροδιαφυγής. Η δυνατότητα ηλεκτρονικής επιβεβαίωσης των ποσών που καταβάλλονται από τους ενοικιαστές, σε συνδυασμό με τα δεδομένα που προκύπτουν από την επιστροφή ενοικίου, θα μπορούσε να ενισχύσει τους ελέγχους της ΑΑΔΕ και να διευκολύνει τον εντοπισμό αποκλίσεων μεταξύ δηλωθέντων και πραγματικών μισθωμάτων.

Ωστόσο, η εφαρμογή της υποχρεωτικής καταβολής των ενοικίων μέσω τραπεζικού συστήματος έχει μετατεθεί επανειλημμένα. Αρχικά είχε προγραμματιστεί για την 1η Απριλίου 2026, στη συνέχεια μεταφέρθηκε για την 1η Οκτωβρίου 2026 και πλέον η έναρξή της έχει οριστεί για την 1η Ιουλίου 2027. Η νέα αναβολή μεταθέτει χρονικά την εφαρμογή ενός βασικού μέτρου για τη διασταύρωση των μισθωμάτων, αφήνοντας ανοιχτό το ζήτημα της αποτελεσματικής αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής στην αγορά ενοικίων.

ΠΗΓΗ