Λάκης Γαβαλάς: «Ήμουν παντοκράτορας…καλά κάνανε που μου τα πήραν όλα»
Μια εξομολόγηση χείμαρος στον Δημήτρη Δανίκα για τη ζωή, τη φυλακή, τη μόδα, τις σχέσεις και την Ελλάδα
Ο Λάκης Γαβαλάς παραδίδει μια από τις πιο αποκαλυπτικές συνεντεύξεις του, μιλώντας χωρίς φίλτρα για την πορεία του, τις υπερβολές, τις απώλειες και την προσωπική του αναγέννηση. Με τον γνώριμο εκρηκτικό του λόγο, περιγράφει πώς από «παντοκράτορας του lifestyle» βρέθηκε να ξεκινά από την αρχή, δηλώνοντας πως ίσως τελικά «καλά κάνανε που του τα πήραν όλα».
Ανατρέχει στα πρώτα του βήματα ως χορευτής, στη διεθνή του πορεία σε Ιταλία και Γαλλία, αλλά και στη μετέπειτα αυτοκρατορία μόδας που δημιούργησε στην Ελλάδα. Μιλά για τη φυλακή, την οποία χαρακτηρίζει «πειθαρχία πιο σκληρή από ένα κελί», εξηγώντας πως το πρώτο τρίμηνο ήταν δύσκολο, αλλά στη συνέχεια βρήκε ρυθμό και στήριξη μέσα από τους ανθρώπους γύρω του.
Στο σχετικό απόσπασμα:
«Ισως καλά κάνανε που μου τα πήρανε όλα»
Δ.Δ.: Ποιοι είναι οι καλύτεροί σχεδιαστές ρούχων;
Λ.Γ.: Ολοι οι Ιάπωνες. Τώρα είναι οι Κορεάτες που είναι φοβεροί, και μετά μ’ αρέσουν πάρα πολύ οι Γάλλοι. Δηλαδή διακωμωδώ το Haute Couture. Τα φοράω ανάποδα, τα δένω διαφορετικά, δεν τα φοράω όπως κάθε κυρία. Ωστόσο, επειδή είμαι buyer σε μια αλυσίδα καταστημάτων στη Θεσσαλονίκη, στη Χαλκιδική, στο Costa Navarino και στο Mandarin Oriental, οι επαφές που είχα πριν δεν έχουν διακοπεί, και σήμερα είμαι με τους ίδιους ανθρώπους.
Δ.Δ.: Με λίγα λόγια, κάνεις πολλά πράγματα, διδάσκεις, είσαι buyer, είσαι στην τηλεόραση…
Λ.Γ.: Ναι, κι έτσι γεμίζω τις ώρες και τις μέρες μου.
Δ.Δ.: Τι ώρα κοιμάσαι το βράδυ;
Λ.Γ.: Οταν δεν έχω βγει αργά, θα φάω 9-9.30 για βραδινό και στις 11.30-12 είμαι στο κρεβάτι. Κάνω λιγάκι scroll να δω διάφορα νέα του κόσμου…
Δ.Δ.: Δεν ήταν μια δύσκολη στιγμή στη φυλακή;
Λ.Γ.: Ηταν δύσκολα το πρώτο τρίμηνο, μετά ήμουν μια χαρά. Εκανα τις γυμναστικές μου, είχα 1.400 άτομα στις φυλακές να είναι όλοι επ’ ώμου. Να με αγαπάνε και να με προσέχουνε, να μη με πειράξει κανείς, μα κανείς.
Δ.Δ.: Σε σεβάστηκαν όλοι. Τρομερό αυτό. Και πόσο έμεινες τότε;
Λ.Γ.: Εμεινα 15 μήνες.
Δ.Δ.: Και τα έχασες όλα.
Λ.Γ.: Και μετά τα έχασα όλα. Ευτυχώς, γιατί σήμερα φαντάζεσαι τι θα ήταν να είχα 300 άτομα προσωπικό, πώς θα τα τάιζα; Με ποια συγκοινωνία να έρθουν στη δουλειά, που δεν έχει γίνει τίποτα; Για ποιο λόγο να δουλεύουν όταν έχουν τέτοιο στρες και η ζωή ακριβαίνει τόσο πολύ; Εμείς τον τελευταίο καιρό πηγαίναμε για ένα κέρδος ούτε καν το 2%. Αρα, λοιπόν, ίσως και καλά να κάνανε και τα πήρανε. Τα δώσανε τώρα σε έναν εφοπλιστή, ο οποίος δείχνει τις Φεράρι του, με κάνει και γελάω, ξεκαρδίζομαι στο γέλιο.
Ο Γαβαλάς σχολιάζει με καυστικότητα την ελληνική πραγματικότητα, την αγορά μόδας, την επιχειρηματικότητα και την κοινωνική συμπεριφορά, τονίζοντας ότι η χώρα «δεν έχει κουλτούρα» και ότι οι δυσκολίες της αγοράς οδήγησαν πολλούς επιχειρηματίες σε αδιέξοδο. Παράλληλα, περιγράφει τη δική του κατάρρευση, τις οικονομικές απώλειες και το πώς βλέπει σήμερα την περίοδο εκείνη με αποδοχή και αυτογνωσία.
Αναφέρεται επίσης στις προσωπικές του σχέσεις, στη διδασκαλία του σε ΙΕΚ και πανεπιστήμια, στη συμμετοχή του σε τηλεοπτικά προγράμματα και στη φιλοσοφία ζωής που τον κρατά ενεργό και δημιουργικό. Μιλά για την αγάπη του για τις γυναίκες, για τη μόδα, για την τέχνη, αλλά και για την ανάγκη των νέων να βρουν ταυτότητα σε έναν κόσμο που αλλάζει.