Αργοπεθαίνει η Ελλάδα: Κάτω από τα 9 εκατομμύρια ο πληθυσμός έως το 2055 !!
Δυσμενείς προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δημογραφική πορεία της χώρας, με τον πληθυσμό να εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 14% μέσα στις επόμενες τρεις δεκαετίες…
Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δημογραφική εξέλιξη της Ελλάδας, καθώς η χώρα αναμένεται να αντιμετωπίσει μία από τις μεγαλύτερες μειώσεις πληθυσμού στην Ευρώπη. Σύμφωνα με την έκθεση «Ageing Report 2027», ο πληθυσμός της Ελλάδας, από περίπου 10,4 εκατομμύρια το 2025, εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στα 8,9 εκατομμύρια έως το 2055. Σε βάθος 55 ετών, έως το 2080, προβλέπεται να περιοριστεί ακόμη περισσότερο, φτάνοντας περίπου τα 7,6 εκατομμύρια.
Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η Ελλάδα θα χάσει το 14% του πληθυσμού της την περίοδο 2025-2055, ενώ η συνολική μείωση έως το 2080 αναμένεται να φτάσει το 26%. Πρόκειται για μία από τις δυσμενέστερες δημογραφικές προβλέψεις στην Ευρώπη, καθώς μεγαλύτερη ή αντίστοιχη πληθυσμιακή συρρίκνωση αναμένεται μόνο στη Βουλγαρία, τη Λιθουανία και την Πολωνία. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο πληθυσμός της ΕΕ προβλέπεται να κορυφωθεί στα 453 εκατομμύρια το 2029 και στη συνέχεια να μειωθεί στα 414 εκατομμύρια έως το 2080.
Βασικός παράγοντας της δημογραφικής επιδείνωσης είναι η χαμηλή γεννητικότητα. Ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα, ο οποίος το 1960 βρισκόταν στο 2,23 παιδιά ανά γυναίκα, υποχώρησε στο 1,25 το 2000 και στο 1,20 το 2025. Παρά το γεγονός ότι προβλέπεται σταδιακή ανάκαμψη στο 1,45 έως το 2080, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η αύξηση δεν θα είναι αρκετή για να καλύψει το δημογραφικό κενό που έχει ήδη δημιουργηθεί. Η αλλαγή του κοινωνικοοικονομικού μοντέλου και οι διαδοχικές οικονομικές κρίσεις συγκαταλέγονται στους παράγοντες που συνέβαλαν στη μείωση των γεννήσεων.
Οι επιπτώσεις επεκτείνονται και στην οικονομία, καθώς η γήρανση του πληθυσμού περιορίζει σταδιακά το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό και δημιουργεί πιέσεις στα δημόσια έσοδα και στις δυνατότητες χρηματοδότησης κρατικών δαπανών. Η αναλογία των ατόμων άνω των 65 ετών προς τον πληθυσμό ηλικίας 20-64 ετών διαμορφώνεται σήμερα στο 41,3% στην Ελλάδα, έναντι 38% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ποσοστό αυτό εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στο 70,6% έως το 2055, ενώ το 2080 θα βρίσκεται στο 69,3%.
Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η συνολική αναλογία των εξαρτώμενων ηλικιακών ομάδων, εάν συνυπολογιστούν και οι πολίτες κάτω των 20 ετών. Από το 72,4% που βρίσκεται σήμερα, αναμένεται να φτάσει στο 101,5% το 2055. Παράλληλα, ο δείκτης οικονομικής εξάρτησης λόγω γήρατος, ο οποίος αποτυπώνει τον πληθυσμό άνω των 65 ετών σε σχέση με την απασχόληση, προβλέπεται να αυξηθεί από 55,3% σήμερα στο 85,5% έως το 2055.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν οι προβλέψεις για τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, σε συνδυασμό με τη μείωση του πληθυσμού σε παραγωγική ηλικία, δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στα ασφαλιστικά συστήματα. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το προσδόκιμο ζωής στην ΕΕ αναμένεται να αυξηθεί έως το 2080 κατά επτά χρόνια για τους άνδρες και κατά έξι χρόνια για τις γυναίκες. Η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής αναμένεται να επηρεάσει και τον χρόνο παραμονής των εργαζομένων στην αγορά εργασίας, ο οποίος προβλέπεται να αυξηθεί κατά περίπου δύο χρόνια κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για την Ελλάδα, οι προβλέψεις συνδέονται άμεσα με τον μηχανισμό αναπροσαρμογής των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης βάσει του προσδόκιμου ζωής στα 65 έτη. Σήμερα, τα όρια παραμένουν στα 67 έτη για πλήρη σύνταξη και στα 62 έτη υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι το γενικό όριο των 67 ετών ενδέχεται να αυξηθεί στα 68 έτη έως το 2030, στα 70 έτη το 2055 και στα 72 έτη το 2080.
Παράλληλα, η έκθεση αναδεικνύει τη σημασία της ενίσχυσης των κεφαλαιοποιητικών στοιχείων στα συνταξιοδοτικά συστήματα, όπως συστήνει ο ΟΟΣΑ στα κράτη-μέλη του. Σε πολλές χώρες, οι υποχρεωτικές συντάξεις δεν επαρκούν από μόνες τους για την εξασφάλιση ενός ικανοποιητικού εισοδήματος μετά την αποχώρηση από την εργασία, με αποτέλεσμα να απαιτούνται πρόσθετες εθελοντικές εισφορές. Ιδιαίτερα σημαντικό εμφανίζεται το συνταξιοδοτικό κενό για τις γυναίκες και τους αυτοαπασχολούμενους, οι οποίοι αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην εξασφάλιση επαρκούς εισοδήματος κατά τη συνταξιοδότηση.