Ρεύμα: Πρωταθλήτρια στο ενεργειακό κόστος η ελληνική βιομηχανία – Το 72% των επιχειρήσεων «παγώνει» νέες επενδύσεις
Η Ελλάδα καταγράφει τη χειρότερη επίδοση μεταξύ 24 ευρωπαϊκών χωρών στο κόστος ενέργειας για τη βιομηχανία. Διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο το ποσοστό των επιχειρήσεων που θεωρούν τις τιμές του ρεύματος βασικό εμπόδιο για την ανάπτυξή τους.
Το υψηλότερο ενεργειακό κόστος μεταξύ 24 ευρωπαϊκών χωρών επωμίζεται η ελληνική βιομηχανία, αντιμετωπίζοντας σημαντικές πιέσεις στην ανταγωνιστικότητά της. Οι υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, σε συνδυασμό με τις δυσκολίες χρηματοδότησης και τις αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης, δημιουργούν ένα απαιτητικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα για εκείνες που δραστηριοποιούνται στις διεθνείς αγορές.
Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι το 72% των ελληνικών επιχειρήσεων θεωρεί τις τιμές της ενέργειας το μεγαλύτερο εμπόδιο για την πραγματοποίηση νέων επενδύσεων. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρώπη διαμορφώνεται στο 37%, γεγονός που αποτυπώνει τη σημαντική απόσταση της ελληνικής βιομηχανίας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στον δείκτη διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας που έχει καταρτίσει ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ), ο οποίος εκπροσωπεί μεταποιητικές επιχειρήσεις της ελληνικής περιφέρειας.
Η σχετική αξιολόγηση βασίζεται σε δεδομένα της Eurostat και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, καθώς και στις απαντήσεις των ίδιων των επιχειρήσεων σε ερωτηματολόγια. Τα στοιχεία για το ενεργειακό κόστος αφορούν το 2025 και, ως εκ τούτου, δεν περιλαμβάνουν τις πρόσφατες κυβερνητικές παρεμβάσεις και τις ενισχύσεις που έχουν ανακοινωθεί στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών εργαλείων CISAF και METSAF.
Ειδικότερα, σε σύνολο 24 χωρών, εξαιρουμένων της Μάλτας, της Κύπρου και του Λουξεμβούργου, όπου η συμμετοχή της μεταποίησης στο ΑΕΠ είναι ιδιαίτερα περιορισμένη, η Ελλάδα καταγράφει τη χειρότερη επίδοση στο ενεργειακό κόστος. Η υστέρηση δεν περιορίζεται μόνο στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά επεκτείνεται και στην ενεργειακή ασφάλεια και αποδοτικότητα, καθώς και στην ποιότητα των εγχώριων ηλεκτρικών υποδομών, οι οποίες, σύμφωνα με τις επιχειρήσεις, δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στις νέες ενεργειακές απαιτήσεις.
Η γενική διευθύντρια του ΣΒΕ, Βίκυ Λοΐζου, υπογράμμισε ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικές παρεμβάσεις και προσωρινές ενισχύσεις. Όπως ανέφερε, απαιτείται στοχευμένη βιομηχανική πολιτική, με μόνιμες λύσεις για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, αλλά και χρηματοδοτικά εργαλεία που θα υποστηρίζουν την αποθήκευση ενέργειας, τον εξηλεκτρισμό και την αναβάθμιση των δικτύων.
Στο πλαίσιο αυτό, το πακέτο στήριξης ύψους 95 εκατ. ευρώ που ανακοινώθηκε από τον πρωθυπουργό έναν μήνα νωρίτερα αποτελεί μία από τις παρεμβάσεις για την ενίσχυση της βιομηχανίας. Ωστόσο, τα οφέλη για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις αναμένεται να αρχίσουν να γίνονται αισθητά από το 2027, χωρίς να θεωρείται ότι το συνολικό πρόβλημα έχει επιλυθεί. Το ζητούμενο για τον βιομηχανικό κλάδο παραμένει η διαμόρφωση μιας σταθερής, μακροπρόθεσμης στρατηγικής που θα εξασφαλίζει βιώσιμους όρους παραγωγής και ανταγωνιστικότητας.
Την ευρύτερη διάσταση του ενεργειακού προβλήματος στην Ευρώπη αναδεικνύει και η πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) για τον εξηλεκτρισμό, η οποία παρουσιάστηκε στο συνέδριο «Ενέργεια και Ανάπτυξη» του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Σύμφωνα με την έκθεση, βασικός στόχος είναι η αύξηση του μεριδίου του ηλεκτρισμού στην παγκόσμια τελική κατανάλωση ενέργειας στο 35% έως το 2035, από περίπου 23% σήμερα. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι το ενεργειακό κόστος στην Ευρώπη είναι υπερδιπλάσιο σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και κατά 60% υψηλότερο από εκείνο της Κίνας, παρά το γεγονός ότι το 49,9% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2025 προήλθε από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.