Ευρώπη: Από την οικονομική σταθερότητα στη διαρκή κρίση…

Ευρώπη: Από την οικονομική σταθερότητα στη διαρκή κρίση...
52 / 100 SEO Score

Η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια περίοδο παρατεταμένης αβεβαιότητας, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι πολεμικές συγκρούσεις και οι ενεργειακές αναταράξεις διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένου οικονομικού κινδύνου. Το μοντέλο που βασιζόταν στη φθηνή ρωσική ενέργεια, στα χαμηλά επιτόκια και στις ανοιχτές αγορές ανήκει πλέον στο παρελθόν, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα υψηλές αμυντικές δαπάνες, το κόστος της πράσινης μετάβασης και τον επίμονο πληθωρισμό.

Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία διατηρεί σταθερά τα βασικά επιτόκια του ευρώ, παρά τις προσδοκίες της αγοράς για ταχύτερη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Η διατήρηση του υψηλού κόστους δανεισμού θεωρείται απαραίτητη για τον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων, ωστόσο επιβαρύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα και περιορίζει τις προοπτικές ανάπτυξης. Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν να διαχειριστούν τους δημοσιονομικούς περιορισμούς του νέου Συμφώνου Σταθερότητας, που περιορίζουν τα περιθώρια για αυξημένες δημόσιες δαπάνες και οριζόντιες επιδοτήσεις.

Ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας για την πορεία των τιμών παραμένει η ενέργεια. Οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή έχουν προκαλέσει έντονες διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές, με το πετρέλαιο Brent να κινείται σε περιόδους κλιμάκωσης προς τα 90-95 δολάρια το βαρέλι. Αντίστοιχα, οι τιμές του φυσικού αερίου στον ευρωπαϊκό κόμβο TTF κατέγραψαν αυξήσεις άνω του 40%-50%, ξεπερνώντας κατά περιόδους τα 45-50 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Οι ανατιμήσεις αυτές μεταφέρονται στο κόστος παραγωγής, μεταφορών και λειτουργίας των επιχειρήσεων, επιβαρύνοντας ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους τελικούς καταναλωτές.

Στην Ελλάδα, η οικονομική εικόνα παρουσιάζει σημαντικές αντιθέσεις. Παρά τη βελτίωση ορισμένων μακροοικονομικών δεικτών, τα νοικοκυριά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν έντονες πιέσεις από το αυξημένο κόστος διαβίωσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025, το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 3,7%, φτάνοντας τα 165,4 δισ. ευρώ, έναντι 159,4 δισ. ευρώ το 2024. Ωστόσο, η τελική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε με ταχύτερο ρυθμό, κατά 5,2%, αγγίζοντας τα 171,8 δισ. ευρώ, από 163,3 δισ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά.

Η απόκλιση μεταξύ εισοδήματος και κατανάλωσης αποτυπώνεται και στο ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών, το οποίο υποχώρησε στο -3,9% το 2025, από -2,4% το 2024. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την ανάγκη κάλυψης βασικών οικογενειακών αναγκών σε συνθήκες αυξημένων τιμών, με τα νοικοκυριά να καταφεύγουν σε αποταμιεύσεις προηγούμενων ετών ή σε καταναλωτικό δανεισμό και πιστωτικές διευκολύνσεις.

Σημαντικό βάρος στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς εξακολουθεί να αποτελεί και η στεγαστική κρίση. Τα επιτόκια των νέων στεγαστικών δανείων διαμορφώνονται περίπου στο 4%-4,5%, δυσκολεύοντας την απόκτηση κατοικίας, ιδιαίτερα για τους νέους και τα μεσαία εισοδήματα. Παράλληλα, οι τιμές πώλησης ακινήτων και τα ενοίκια στα μεγάλα αστικά κέντρα έχουν αυξηθεί σωρευτικά κατά 40%-50% την τελευταία πενταετία. Η επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών εντείνουν τις πιέσεις, με το συνολικό κόστος στέγασης να απορροφά πλέον, σύμφωνα με το δημοσίευμα, έως και το 50%-60% του μηνιαίου διαθέσιμου εισοδήματος ενός μέσου νοικοκυριού.

Παράλληλα, η ελληνική οικονομία παραμένει εκτεθειμένη στις διεθνείς ενεργειακές διακυμάνσεις, λόγω της εξάρτησής της από τις εισαγωγές καυσίμων. Η αύξηση του κόστους ενέργειας και μεταφορών επιβαρύνει τη λειτουργία των επιχειρήσεων, περιορίζει τα περιθώρια κέρδους και δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών. Σε αυτό το περιβάλλον, η διατήρηση της κατανάλωσης χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης συνδέεται με την περαιτέρω εξάντληση των αποταμιευτικών δυνατοτήτων των νοικοκυριών.

ΠΗΓΗ