Προϋπολογισμός: Ένα δις ευρώ πάνω από τον στόχο το πρωτογενές πλεόνασμα…
Ακρίβεια: Το κράτος κερδίζει από τις τιμές, οι πολίτες πληρώνουν τον λογαριασμό
Η κυβέρνηση παραδέχεται πλέον, έστω και έμμεσα, ότι τα «καλά» δημοσιονομικά αποτελέσματα στηρίζονται στις υπερβολικά υψηλές τιμές που πληρώνουν οι πολίτες. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία του προϋπολογισμού για το δίμηνο Ιανουαρίου–Φεβρουαρίου, τα φορολογικά έσοδα εμφανίζονται μειωμένα έναντι στόχου — όχι επειδή μειώθηκαν οι φόροι, αλλά επειδή έπεσε η κατανάλωση στα ενεργειακά προϊόντα, άρα και οι εισπράξεις από ΦΠΑ και ΕΦΚ.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική όταν αφαιρεθεί το ποσό των 306 εκατ. ευρώ από τη σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού. Χωρίς αυτό, τα φορολογικά έσοδα διαμορφώνονται στα 11,55 δισ. ευρώ, δηλαδή 310 εκατ. κάτω από τον στόχο. Η κυβέρνηση, ωστόσο, επιμένει να μην μειώνει φόρους στα καύσιμα και να μην επιβάλλει πλαφόν στις τιμές, αλλά μόνο στο περιθώριο κέρδους — επιλογές που διατηρούν υψηλά τα κρατικά έσοδα όσο η ακρίβεια «καίει» την αγορά.
Παρά τη μείωση των φορολογικών εισπράξεων, ο κρατικός προϋπολογισμός εμφανίζει πλεόνασμα 902 εκατ. ευρώ, αντί για το προϋπολογισμένο έλλειμμα των 97 εκατ. ευρώ. Το πρωτογενές πλεόνασμα φτάνει τα 2,99 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας τον στόχο κατά 1 δισ. ευρώ. Ωστόσο, μεγάλο μέρος αυτής της «υπέρβασης» οφείλεται σε ετεροχρονισμούς πληρωμών — δηλαδή σε δαπάνες που απλώς μετατέθηκαν χρονικά.
Αν αφαιρεθούν οι μεταθέσεις πληρωμών σε εξοπλιστικά, ΠΔΕ και λοιπές κεφαλαιακές ενισχύσεις, η πραγματική υπέρβαση του πρωτογενούς αποτελέσματος περιορίζεται στα 120 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, τα στοιχεία αφορούν μόνο την Κεντρική Διοίκηση και όχι το σύνολο της Γενικής Κυβέρνησης, όπου περιλαμβάνονται ΟΤΑ, ασφαλιστικά ταμεία και ΝΠΔΔ.
Στα έσοδα του Ιανουαρίου καταγράφηκε και η διπλή λογιστική εγγραφή των 306 εκατ. ευρώ από τον ΦΠΑ της Εγνατίας: πρώτα ως φόρος που αποδόθηκε και επιστράφηκε, και στη συνέχεια ως έσοδο από πώληση υπηρεσιών. Παρά τα λογιστικά αυτά «φουσκώματα», τα καθαρά έσοδα του διμήνου υπολείπονται του στόχου κατά 124 εκατ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, οι δαπάνες του προϋπολογισμού εμφανίζονται μειωμένες κατά 1,12 δισ. ευρώ έναντι στόχου — κυρίως λόγω καθυστερήσεων σε πληρωμές εξοπλιστικών και επενδυτικών δαπανών. Οι επενδύσεις του ΠΔΕ είναι μειωμένες κατά 906 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον στόχο, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική εικόνα της οικονομίας.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: τα πλεονάσματα δεν προκύπτουν από ανάπτυξη, αλλά από υψηλές τιμές, αυξημένους έμμεσους φόρους και αναβολές πληρωμών. Για τους πολίτες, όμως, η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη — η ακρίβεια συνεχίζει να λειτουργεί ως «κρυφή φορολογία», ενώ το κράτος εμφανίζει πλεονάσματα που στηρίζονται στις τσέπες τους.