Τράπεζες: Καθαρά κέρδη 2,8 δις στο 9μηνο για τις τρεις συστημικές!
Σχεδόν 2,82 δισ. ευρώ καθαρά κέρδη συγκέντρωσαν στο εννεάμηνο του 2026 οι τρεις συστημικές τράπεζες που έχουν ανακοινώσει αποτελέσματα, επιβεβαιώνοντας τη διατήρηση της υψηλής κερδοφορίας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Την ίδια ώρα, η αύξηση των εσόδων από τόκους και προμήθειες, η επέκταση των χορηγήσεων και οι σημαντικές διανομές προς τους μετόχους αναδεικνύουν τη χρηματοοικονομική ευρωστία των τραπεζών, αλλά και τα ερωτήματα για το κατά πόσο η βελτίωση αυτή μεταφέρεται στην πραγματική οικονομία, στις μικρότερες επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά.
Η Eurobank, η Τράπεζα Πειραιώς και η Alpha Bank εμφάνισαν συνολικά δημοσιευμένα καθαρά κέρδη περίπου 2,82 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 10,2% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Με την προσθήκη της Εθνικής Τράπεζας, η οποία ανακοινώνει τα αποτελέσματά της στις 4 Νοεμβρίου, το συνολικό μέγεθος της κερδοφορίας των τεσσάρων συστημικών ομίλων θα αυξηθεί περαιτέρω.

Πίσω από τους υψηλούς ρυθμούς κερδοφορίας διαμορφώνεται ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο, με τις τράπεζες να στηρίζονται όχι μόνο στα επιτοκιακά έσοδα, αλλά και στις προμήθειες, στις ασφαλιστικές εργασίες, στη διαχείριση κεφαλαίων και στη χρηματοδότηση επιχειρηματικών επενδύσεων.
Κέρδη και έσοδα που συνεχίζουν να αυξάνονται
Η Eurobank κατέγραψε καθαρά κέρδη μετά από φόρους 1,161 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 12,4%, ενώ τα προσαρμοσμένα κέρδη ανήλθαν σε 1,209 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας άνοδο 14,3%.
Η Τράπεζα Πειραιώς ανακοίνωσε καθαρά κέρδη που αναλογούν στους μετόχους ύψους 893 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά περίπου 9%, ενώ η Alpha Bank εμφάνισε δημοσιευμένα κέρδη 766,1 εκατ. ευρώ, έναντι 706,7 εκατ. ευρώ πέρυσι. Σε προσαρμοσμένη βάση, η κερδοφορία της Alpha έφτασε τα 778,5 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 14,2%.

Συνολικά, τα καθαρά έσοδα από τόκους των τριών τραπεζών ανήλθαν σε περίπου 4,925 δισ. ευρώ. Η Eurobank κατέγραψε 2,068 δισ. ευρώ, η Πειραιώς 1,532 δισ. ευρώ και η Alpha Bank 1,325 δισ. ευρώ.
Η αύξηση των επιτοκιακών εσόδων, παρά τις μεταβολές των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αποτελεί σημαντικό στοιχείο των αποτελεσμάτων. Οι τράπεζες αντισταθμίζουν τις πιέσεις στα περιθώρια κέρδους μέσω της αύξησης των χορηγήσεων, της διαχείρισης των χαρτοφυλακίων ομολόγων και της διαμόρφωσης του κόστους χρηματοδότησης.
Ωστόσο, η διατήρηση υψηλών επιτοκιακών εσόδων επαναφέρει τη συζήτηση για το κόστος δανεισμού και τις αποδόσεις των καταθέσεων. Η αποκλιμάκωση των επιτοκίων δεν μεταφέρεται με τον ίδιο τρόπο και την ίδια ταχύτητα σε όλες τις κατηγορίες τραπεζικών προϊόντων, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για τους αποταμιευτές και τους δανειολήπτες.
Προμήθειες: Η δεύτερη μεγάλη πηγή κερδοφορίας
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα των εσόδων από προμήθειες και υπηρεσίες, τα οποία συγκεντρώνουν ολοένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στις στρατηγικές των τραπεζών.
Η Eurobank ανακοίνωσε καθαρά έσοδα προμηθειών 630 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 13%, ενώ η Alpha Bank εμφάνισε έσοδα 482,7 εκατ. ευρώ, με αύξηση 32,2%. Ακόμη και χωρίς την επίδραση των μερισμάτων της PRODEA, η άνοδος στην Alpha διαμορφώθηκε στο 25,4%.

Στην Πειραιώς τα έσοδα από υπηρεσίες έφτασαν τα 679 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 39%, με τη σημαντική αυτή μεταβολή να συνδέεται και με τη διεύρυνση των δραστηριοτήτων του ομίλου, συμπεριλαμβανομένης της ασφαλιστικής δραστηριότητας.
Το άθροισμα των τριών δημοσιευμένων μεγεθών προσεγγίζει τα 1,792 δισ. ευρώ, αν και δεν πρόκειται για πλήρως ομοειδή κονδύλια, καθώς οι εταιρικές περίμετροι και οι κατηγορίες εσόδων διαφέρουν.
Η ανάπτυξη των υπηρεσιών διαχείρισης περιουσίας, επενδυτικών προϊόντων και ασφαλίσεων αποτελεί θετική εξέλιξη για τη διαφοροποίηση των τραπεζικών εσόδων. Δεν μπορεί, ωστόσο, να παραβλέπεται το ζήτημα των επιβαρύνσεων που αντιμετωπίζουν οι πελάτες στις καθημερινές συναλλαγές τους.
Απαιτείται, επομένως, να διαχωρίζονται οι προμήθειες που προέρχονται από επενδυτικές και ασφαλιστικές εργασίες από εκείνες που συνδέονται με βασικές τραπεζικές υπηρεσίες. Μόνο έτσι μπορεί να αξιολογηθεί με ακρίβεια το πραγματικό κόστος για καταναλωτές και επιχειρήσεις.