ΑΑΔΕ: Στο μικροσκόπιο οι περιουσίες υπαλλήλων και οι πιθανές διαρροές φορολογικών ελέγχων
Εντατικοποιούνται οι έρευνες για αδικαιολόγητο πλουτισμό και καταγγελίες περί ενημέρωσης ελεγχόμενων επιχειρήσεων πριν από τις εφόδους των ελεγκτών – Τι έδειξαν οι έλεγχοι του 2025
Στο επίκεντρο των εσωτερικών ελέγχων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) βρίσκονται οι περιουσίες υπαλλήλων, οι πιθανές διαρροές πληροφοριών για επικείμενους φορολογικούς ελέγχους και οι καταγγελίες για κατάχρηση υπηρεσιακής ιδιότητας με σκοπό το προσωπικό όφελος. Μετά τις υποθέσεις της Pizza Fan και του «Χωριάτικου», η φορολογική διοίκηση εξετάζει εάν οι αναφορές περί διασυνδέσεων και έγκαιρης ενημέρωσης επιχειρήσεων από πρόσωπα μέσα στις υπηρεσίες της ανταποκρίνονται σε πραγματικά περιστατικά.
Με εντολή του διοικητή της ΑΑΔΕ, Γιώργου Πιτσιλή, η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων ζητά εγγράφως στοιχεία από τις αστυνομικές και ανακριτικές αρχές, προκειμένου να διερευνηθεί ενδεχόμενη εμπλοκή υπαλλήλων στις συγκεκριμένες υποθέσεις. Το βασικό ζητούμενο είναι να διαπιστωθεί εάν υπήρξε πράγματι διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών για επικείμενους ελέγχους, ποιοι ενδέχεται να εμπλέκονται και με ποιον τρόπο μεταφέρθηκαν οι πληροφορίες στους ελεγχόμενους. Οι αναφορές για γνωριμίες και υπηρεσιακές διασυνδέσεις αποτελούν αφετηρία της έρευνας, χωρίς να συνιστούν από μόνες τους απόδειξη παραβατικής συμπεριφοράς.
Παράλληλα, η ΑΑΔΕ σχεδιάζει την ενίσχυση των Εσωτερικών Υποθέσεων και την ταχύτερη αξιολόγηση των καταγγελιών που αφορούν το προσωπικό της. Στόχος είναι να εξετάζεται και να διεκπεραιώνεται το σύνολο των σχετικών αναφορών, με το επιδιωκόμενο ποσοστό να φτάνει το 100%, έναντι του ελάχιστου στόχου 70% που προβλέπει το επιχειρησιακό σχέδιο του 2026. Η αξιολόγηση δεν σημαίνει ότι κάθε καταγγελία οδηγεί αυτομάτως σε έρευνα ή δίωξη, καθώς ανάλογα με τα διαθέσιμα στοιχεία αποφασίζεται εάν θα ακολουθήσει περαιτέρω διερεύνηση, διαβίβαση σε άλλη υπηρεσία ή αρχειοθέτηση.
Το επιχειρησιακό σχέδιο της ΑΑΔΕ για το 2026 προβλέπει 65 ελέγχους περιουσιακής κατάστασης προϊσταμένων και υπαλλήλων, 30 αιφνιδιαστικούς επιτόπιους ελέγχους στις υπηρεσίες και 67 ελέγχους για τον εντοπισμό ποινικών αδικημάτων και πειθαρχικών παραπτωμάτων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων, καθώς οι Εσωτερικές Υποθέσεις έχουν αρμοδιότητα να εξετάζουν τόσο εν ενεργεία όσο και συνταξιούχους υπαλλήλους. Βασικό κριτήριο είναι εάν η περιουσία που έχει αποκτηθεί δικαιολογείται από τα νόμιμα εισοδήματα των ελεγχόμενων προσώπων.
Τα στοιχεία του 2025 αποτυπώνουν την έκταση των εσωτερικών ερευνών. Συγκεκριμένα, ολοκληρώθηκαν 69 έλεγχοι περιουσιακής κατάστασης, εκ των οποίων οι 25 αφορούσαν προϊσταμένους και οι 44 υπαλλήλους. Σε δύο περιπτώσεις διαπιστώθηκε ότι η απόκτηση περιουσιακών στοιχείων δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί. Οι σχετικοί φάκελοι διαβιβάστηκαν στο Ελεγκτικό Συνέδριο για τον καταλογισμό ποσών υπέρ του Δημοσίου, στην αρμόδια διεύθυνση προσωπικού για την πειθαρχική διαδικασία και στους εισαγγελικούς λειτουργούς για ποινική αξιολόγηση.
Την ίδια χρονιά πραγματοποιήθηκαν επίσης 95 έλεγχοι για τον εντοπισμό ποινικών αδικημάτων και πειθαρχικών παραπτωμάτων, ενώ σε 25 από αυτούς προέκυψαν ευρήματα που αφορούσαν συνολικά 58 υπαλλήλους. Οι υποθέσεις διαβιβάστηκαν στις αρμόδιες αρχές για τις προβλεπόμενες ενέργειες. Επιπλέον, διενεργήθηκαν 37 αιφνιδιαστικοί επιτόπιοι έλεγχοι στις υπηρεσίες της ΑΑΔΕ από οικονομικούς επιθεωρητές. Στα παραπτώματα που εξετάζονται περιλαμβάνονται η παράβαση καθήκοντος, η απόκτηση οικονομικού οφέλους μέσω της υπηρεσιακής ιδιότητας και η παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας.
Σημαντικός είναι και ο αριθμός των καταγγελιών που διαχειρίστηκε η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων. Το 2025 έλαβε συνολικά 2.916 καταγγελίες, αναφορές και πληροφορίες για ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα ή πειθαρχικά παραπτώματα υπαλλήλων. Από αυτές εξετάστηκαν και αξιολογήθηκαν 2.342, ενώ 227 αφορούσαν συγκεκριμένα υπηρεσίες και υπαλλήλους της ΑΑΔΕ. Οι συγκεκριμένες αναφορές είτε προωθήθηκαν για περαιτέρω ενέργειες, όπως η διενέργεια ερευνών και έλεγχοι περιουσιακής κατάστασης, είτε αρχειοθετήθηκαν όταν κρίθηκαν αόριστες. Οι υπόλοιπες υποθέσεις διαβιβάστηκαν σε άλλους αρμόδιους φορείς ή αρχειοθετήθηκαν, ανάλογα με το περιεχόμενο και τα διαθέσιμα στοιχεία.