Τιτλοποιήσεις χωρίς διαφάνεια: H δικονομική πρόκληση που ωριμάζει
Γράφει ο Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και αντιπρόεδρος της ΥΠΕΡΒΑΣΗΣ , Λεωνίδας Χρ. Στάμος
Το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο για τις τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων οικοδομήθηκε με ταχύτητα και σαφή στόχο: να διευκολύνει την εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών μέσω μαζικών μεταβιβάσεων απαιτήσεων σε οχήματα ειδικού σκοπού. Ο ν. 3156/2003, ο ν. 4354/2015, ο ν. 4649/2019 για τον «ΗΡΑΚΛΗ», και πιο πρόσφατα ο ν. 5072/2023, αποτέλεσαν τους διαδοχικούς κρίκους μιας πορείας που πέτυχε σε μεγάλο βαθμό τον αρχικό της στόχο. Οι NPE ratios των συστημικών τραπεζών έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα ευρωπαϊκού μέσου όρου, και η δευτερογενής αγορά απαιτήσεων λειτουργεί με σημαντικό όγκο συναλλαγών.
Υπάρχει όμως ένα δομικό πρόβλημα που συσσωρεύεται κάτω από την επιφάνεια, και το οποίο αρχίζει να εμφανίζεται στα δικαστbήρια με αυξανόμενη συχνότητα: η ίδια η δημοσιότητα των μεταβιβάσεων, έτσι όπως υλοποιείται στην πράξη, δεν πληροί τις ουσιαστικές απαιτήσεις που θέτει ο νόμος. Και αυτό δημιουργεί δικονομικό ρίσκο όχι μόνο για τους οφειλέτες που ζητούν άμυνα, αλλά και για τα ίδια τα funds και τους servicers που στηρίζουν σε αυτές τις μεταβιβάσεις το ενεργητικό τους.
Τι απαιτεί ο νόμος και τι δημοσιεύεται στην πράξη
Το άρθρο 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 παρ. 8 του ν. 2844/2000 και τις κατ’ εξουσιοδότησιν εκδοθείσες Υπουργικές Αποφάσεις — ιδίως την υπ’ αριθ. 20783/2020 και την πιο πρόσφατη 19169 ΕΞ 2024 — επιβάλλει ρητώς την καταχώριση στο Ενεχυροφυλακείο περίληψης της σύμβασης πώλησης που περιλαμβάνει τα ουσιώδη στοιχεία της: τους όρους, το νόμισμα, τον τρόπο υπολογισμού του τιμήματος αγοράς, την ημερομηνία υπογραφής, το εφαρμοστέο δίκαιο και τους λοιπούς ουσιώδεις όρους.
Στην πράξη, οι καταχωρίσεις που ελέγχονται σήμερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών αποκαλύπτουν ένα σταθερό μοτίβο ελλείψεων. Το τίμημα της πώλησης δεν αναγράφεται — ούτε ως απόλυτο ποσό, ούτε ως τρόπος υπολογισμού. Αντ’ αυτού, υπάρχει παραπομπή σε αριθμούς άρθρων της κύριας σύμβασης, των οποίων το περιεχόμενο ουδέποτε δημοσιεύεται. Οι όροι περί της δομής τιτλοποίησης — κατηγοριοποίηση ομολογιών SENIOR, MEZZANINE, JUNIOR, κατανομή ταμειακών ροών, συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου μέσω του «ΗΡΑΚΛΗ» — απουσιάζουν. Οι καρτέλες οφειλετών τηρούνται σε έγχαρτη, αταξινόμητη μορφή χιλιάδων σελίδων, με γραμματοσειρά τέτοια που να καθιστά αδύνατο τον εντοπισμό συγκεκριμένης απαίτησης.

Γιατί αυτό έχει σημασία δικονομικά
Η δημοσιότητα του ν. 3156/2003 δεν είναι μια τυπική πράξη. Είναι συστατικό στοιχείο παραγωγικό των εννόμων αποτελεσμάτων της μεταβίβασης έναντι πάντων — και ιδιαιτέρως έναντι του οφειλέτη. Όταν η δημοσιευμένη περίληψη αποκρύπτει ουσιώδη στοιχεία, η μεταβίβαση ενδέχεται να μην έχει παραγάγει τα αποτελέσματά της έναντι του συγκεκριμένου οφειλέτη που στερείται της δυνατότητας να πληροφορηθεί τους όρους υπό τους οποίους φέρεται ότι άλλαξε πιστωτή.
Τα επιχειρήματα αυτά έχουν ήδη αρχίσει να προβάλλονται ως λόγοι ανακοπής κατά διαταγών πληρωμής, κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ, και κατά εκτελεστών πράξεων, κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ. Στρέφονται ταυτοχρόνως σε τέσσερις άξονες: έλλειψη έγγραφης απόδειξης κατ’ άρθρο 623 ΚΠολΔ, έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του επισπεύδοντος, ακυρότητα της σύμβασης πώλησης λόγω αοριστίας ουσιώδους στοιχείου κατ’ άρθρα 513 και 180 ΑΚ, και πιθανή εικονικότητα της μεταβίβασης με βάση τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/2402 και τα κριτήρια γνήσιας πώλησης.
Η ΟλΑΠ 1/2023 επιβεβαίωσε την ενεργητική νομιμοποίηση των εταιρειών διαχείρισης του ν. 4354/2015, λύνοντας ένα σημαντικό ζήτημα. Δεν κάλυψε όμως — και δεν μπορούσε να καλύψει — το ζήτημα της πληρότητας της δημοσιότητας του ν. 3156/2003 ως προϋπόθεσης κύρους της υποκείμενης μεταβίβασης. Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη, καθώς ανοίγει ένα πεδίο άμυνας που παραμένει διαθέσιμο και μετά την εν λόγω απόφαση.
Το ρίσκο για τους κατόχους χαρτοφυλακίων
Ένα fund που έχει εξαγοράσει τιτλοποιημένο χαρτοφυλάκιο μη εξυπηρετούμενων δανείων αντιμετωπίζει, εκ των πραγμάτων, ένα ζήτημα αξιολόγησης.
Η αξία του χαρτοφυλακίου εξαρτάται άμεσα από την ικανότητα είσπραξης. Αν σημαντικό μέρος των εκτελεστικών διαδικασιών παρακωλύεται από ανακοπές που στηρίζονται στην ελλιπή δημοσιότητα της αρχικής μεταβίβασης, οι εκτιμήσεις ανάκτησης αναθεωρούνται προς τα κάτω.
Αντίστοιχα, οι servicers που χειρίζονται τα χαρτοφυλάκια αυτά εκτίθενται σε αυξημένο κίνδυνο δικαστικών εξόδων και σε χρονικές καθυστερήσεις που πλήττουν τη λειτουργική τους αποδοτικότητα.
Η πρόκληση εντείνεται από τη διαπίστωση ότι οι νεότερες νομοθετικές ρυθμίσεις — αντί να αυστηροποιήσουν τις απαιτήσεις δημοσιότητας — τείνουν να τις χαλαρώνουν.
Η ΥΑ 19169/2024, για παράδειγμα, επιτρέπει ρητά την παραπομπή σε συμβατικούς όρους αντί για πλήρη αναγραφή τους.
Η κατεύθυνση αυτή εξυπηρετεί τη λειτουργική ευχέρεια των μεταβιβάσεων, αλλά ενισχύει τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν ότι η δημοσιότητα έχει εκφυλιστεί σε τυπική εικόνα χωρίς ουσία.

Τι χρειάζεται η αγορά
Η βιωσιμότητα του θεσμού των τιτλοποιήσεων, και μαζί του η αξία των χαρτοφυλακίων που διακρατούν funds και servicers, εξαρτάται εν τέλει από τη δικαστική αποδοχή των σχετικών μεταβιβάσεων. Αν οι ανακοπές με επίκληση ελλιπούς δημοσιότητας αρχίσουν να ευδοκιμούν συστηματικά — κάτι που δεν είναι απίθανο δεδομένης της δομικής φύσης του προβλήματος — θα χρειαστεί επανεξέταση τόσο του κανονιστικού πλαισίου όσο και της πρακτικής καταχώρισης που έχει παγιωθεί.
Ενδιάμεση λύση, που θα μπορούσε να αναληφθεί από τα ίδια τα εμπλεκόμενα funds χωρίς να απαιτείται νομοθετική παρέμβαση, θα ήταν η οικειοθελής συμπληρωματική δημοσίευση των στοιχείων που σήμερα αποκρύπτονται — ιδίως του τρόπου υπολογισμού του τιμήματος και των όρων που αφορούν τη μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου.
Μια τέτοια κίνηση θα απενεργοποιούσε σημαντικό μέρος των δικονομικών αντιρρήσεων, χωρίς να θίγει την εμπορική λειτουργία του θεσμού.
Η εναλλακτική είναι να συνεχίσει η αγορά να λειτουργεί επί αβεβαιότητας, στηριζόμενη στην ελπίδα ότι τα δικαστήρια θα συνεχίσουν να αποδέχονται την παρούσα πρακτική. Δεδομένης της ωρίμανσης της δικονομικής αντιπαράθεσης και της αυξανόμενης εξοικείωσης της νομικής κοινότητας με τα σχετικά επιχειρήματα, αυτή η ελπίδα ενδέχεται να μην αποδειχθεί επαρκές θεμέλιο.