Τα κόκκινα δάνεια αυξάνονται και τα περισσότερα είναι στεγαστικά
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος το πρώτο εξάμηνο του 2026, η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών παρουσίασε μικρή αλλά άκρως ανησυχητική επιδείνωση, αποδεικνύοντας ότι η περιβόητη «μετάβαση στην κανονικότητα» ήταν ένας χάρτινο πύργος που καταρρέει.
Το συνολικό απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) εκτινάχθηκε στα 6,2 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 9,3% μέσα σε μόλις έξι μήνες. Πρόκειται για μια καθαρή εισροή 529 εκατ. ευρώ νέων «κόκκινων» δανείων, που προστίθενται στα ήδη υπάρχοντα, την ώρα που οι ροές επαναφοράς σε καθεστώς εξυπηρέτησης περιορίστηκαν σε πενιχρά 388 εκατ. ευρώ. Οι τράπεζες, εγκλωβισμένες στις δικές τους αποτυχημένες στρατηγικές και σε ένα οικονομικό περιβάλλον που πνίγει τους δανειολήπτες, βλέπουν τα χαρτοφυλάκιά τους να «μολύνονται» ξανά, ενώ οι διαγραφές παρέμειναν ιδιαίτερα χαμηλές, στοιχείο που υποδηλώνει αδυναμία ή απροθυμία για ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος.
Η κοινωνική διάσταση αυτής της νέας κρίσης είναι εκρηκτική. Το 80% των νέων «κόκκινων» δανείων αφορά τα νοικοκυριά, τα οποία βλέπουν τα εισοδήματά τους να εξαερώνονται από την ακρίβεια και τα έξοδα επιβίωσης να καταβροχθίζουν κάθε δυνατότητα αποπληρωμής. Τα «κόκκινα» στεγαστικά δάνεια κατέγραψαν τη μεγαλύτερη αύξηση, κατά 14,8%, αγγίζοντας τα 2,3 δισ. ευρώ. Αυτή η εξέλιξη είναι η άμεση συνέπεια της αλματώδους αύξησης του κόστους στέγασης και της αποτυχίας των κυβερνητικών ρυθμίσεων για ευάλωτα νοικοκυριά και το ελβετικό φράγκο, οι οποίες, αντί να δώσουν λύση, φαίνεται να μετέθεσαν απλώς το πρόβλημα στο μέλλον. Παράλληλα, τα «κόκκινα» καταναλωτικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 11,7%, φθάνοντας τα 600 εκατ. ευρώ, αποδεικνύοντας ότι οι πολίτες δανείζονται για να καλύψουν βασικές ανάγκες, τις οποίες πλέον αδυνατούν να εξυπηρετήσουν.
Τα «κόκκινα» επιχειρηματικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 5,4%, αγγίζοντας τα 3,2 δισ. ευρώ. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για τις πολύ μικρές και ατομικές επιχειρήσεις, καθώς και τους ελεύθερους επαγγελματίες, όπου τα ΜΕΔ εκτινάχθηκαν κατά 12,5%. Αυτοί οι άνθρωποι αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας και η αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους είναι ένα σήμα κινδύνου για συνολική οικονομική παράλυση. Η εξαίρεση των ναυτιλιακών δανείων (-7,3%) απλώς επιβεβαιώνει ότι σε αυτή τη χώρα η «αρίστων» και των ισχυρών συνεχίζει να ευημερεί, ενώ η πραγματική οικονομία βουλιάζει.
Η αύξηση της κατανάλωσης, την οποία η κυβέρνηση πλασάρει ως δείκτη ευημερίας, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας δείκτης απόγνωσης απέναντι στην ακρίβεια. Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις ξεμένουν, δανείζονται για να επιβιώσουν και, τελικά, «κοκκινίζουν». Η κοινωνία δεν αντέχει άλλη τέτοια «ανάπτυξη» που την οδηγεί στη φτώχεια και στην απώλεια της περιουσίας της. Η επιστροφή του εφιάλτη των «κόκκινων» δανείων είναι απόρροια μιας οικονομικής πολιτικής που βασίστηκε στο ψέμα και στην αδιαφορία για τις ανάγκες των πολλών. Ο λογαριασμός έρχεται για άλλη μία φορά στα συνήθη υποζύγια.