Στουρνάρας: «Αρνητικό σοκ προσφοράς» για Ευρώπη και κόσμο αν παραταθεί η σύγκρουση στον Κόλπο
Τα διδάγματα της ελληνικής κρίσης, οι κίνδυνοι για την ευρωζώνη και οι κινήσεις που πρέπει να κάνει τώρα η Ευρώπη
Ο Γιάννης Στουρνάρας προειδοποίησε από τη Φρανκφούρτη ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συνιστά ένα νέο, ισχυρό σοκ προσφοράς για την παγκόσμια οικονομία και ειδικά για τη ζώνη του ευρώ. Μιλώντας σε εκδήλωση της AHEPA, τόνισε ότι η παράταση ή η επέκταση των εχθροπραξιών θα μπορούσε να έχει σημαντικές μακροοικονομικές επιπτώσεις, επιβαρύνοντας την ανάπτυξη, την ενέργεια και τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος συνέδεσε τη σημερινή συγκυρία με τα διδάγματα της ελληνικής κρίσης χρέους. Όπως είπε, η εμπειρία της Ελλάδας απέδειξε ότι η δημοσιονομική εξυγίανση, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και η χρηματοοικονομική σταθεροποίηση μπορούν να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία μιας οικονομίας, αλλά μόνο όταν συνοδεύονται από συνεκτική στρατηγική και πολιτική ιδιοκτησία.
Ανατρέχοντας στις ρίζες της ελληνικής κρίσης, σημείωσε ότι τα κριτήρια του Μάαστριχτ επικεντρώθηκαν στην ονομαστική σύγκλιση, χωρίς να απαιτούν βαθιές μεταρρυθμίσεις σε αγορές, συνταξιοδοτικό και δημόσια διοίκηση. Έτσι, παρά την αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, η ανταγωνιστικότητα και η θεσμική ικανότητα δεν ακολούθησαν, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα παρέμενε υψηλό. Η κρίση ξεκίνησε ως κρίση χρέους, εξελίχθηκε σε τραπεζική και επιδεινώθηκε από χρόνια αδυναμίες που δεν αντιμετωπίστηκαν εγκαίρως.
Ο Στουρνάρας υπενθύμισε ότι τα προγράμματα προσαρμογής σταθεροποίησαν την οικονομία, μειώνοντας τα ελλείμματα και ενισχύοντας τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα. Ωστόσο, το κοινωνικό και οικονομικό κόστος ήταν τεράστιο: απώλεια άνω του 25% του ΑΕΠ, εκτίναξη της ανεργίας, αύξηση της φτώχειας και μαζική φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου. Παρά τις επιτυχίες, η υπερβολικά ταχεία προσαρμογή και η έμφαση στη φορολογία επιβάρυναν την ανάπτυξη.
Σήμερα, η Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση. Η ανάπτυξη υπερβαίνει σταθερά τον μέσο όρο της ευρωζώνης, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 2,1% το 2025 και τις προοπτικές για το 2026 να παραμένουν θετικές, εφόσον η ενεργειακή κρίση δεν κλιμακωθεί. Η ανθεκτικότητα της οικονομίας βασίζεται σε υγιή δημόσια οικονομικά, ισχυρή κατανάλωση, επενδύσεις και εξαγωγές σε τομείς όπως ο τουρισμός, τα logistics και η καινοτομία.
Ο διοικητής υπογράμμισε ότι η Ευρώπη πρέπει να αντλήσει διδάγματα από την ελληνική εμπειρία. Η δημοσιονομική πειθαρχία και οι μεταρρυθμίσεις παραμένουν κρίσιμες, αλλά δεν αρκούν. Το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον απαιτεί ευρωπαϊκή στρατηγική: ενίσχυση της βιομηχανικής πολιτικής, ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, δημιουργία ένωσης αποταμιεύσεων και επενδύσεων και πιθανή έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους, στα πρότυπα του NextGenerationEU.