ΣτΕ: «Φρένο» στους φορολογικούς ελέγχους για παλιές καταθέσεις
Το Ανώτατο Δικαστήριο ξεκαθαρίζει ότι η Εφορία δεν μπορεί να φορολογεί ποσά πέραν της πενταετίας επειδή μετακινήθηκαν ή στάλθηκαν στο εξωτερικό
Μια ιδιαίτερα σημαντική απόφαση για χιλιάδες φορολογουμένους εξέδωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας, βάζοντας τέλος σε μια πρακτική που ταλαιπωρούσε πολίτες επί χρόνια. Με την απόφαση 157/2026, το ΣτΕ έκρινε ότι η ΑΑΔΕ δεν μπορεί να φορολογεί χρήματα που έχουν κατατεθεί πριν από την πενταετία, ακόμη κι αν αυτά μεταφέρθηκαν αργότερα σε άλλον λογαριασμό ή στάλθηκαν στο εξωτερικό . Η μεταφορά χρημάτων, τονίζει το δικαστήριο, δεν δημιουργεί νέο εισόδημα.
Η υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση αφορά φορολογούμενη στην οποία είχαν καταλογιστεί περίπου 378.000 ευρώ ως «αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας» για εμβάσματα του 2010. Παρότι είχε αποδειχθεί ότι τα χρήματα είχαν εισαχθεί στον λογαριασμό της τον Δεκέμβριο του 2009, το Διοικητικό Εφετείο είχε δεχθεί ότι η φορολόγηση στη χρήση του εμβάσματος ήταν νόμιμη. Το ΣτΕ ανέτρεψε αυτή την κρίση, επισημαίνοντας ότι κρίσιμος χρόνος είναι η αρχική κατάθεση, όχι η μεταγενέστερη χρήση ή μεταφορά των χρημάτων .
Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της πενταετούς παραγραφής των φορολογικών υποθέσεων. Για παράδειγμα, εισοδήματα του 2019 που δηλώθηκαν το 2020 έχουν παραγραφεί στο τέλος του 2025. Αυτό σημαίνει ότι η Εφορία δεν μπορεί να «αναβιώσει» μια υπόθεση μόνο και μόνο επειδή τα ίδια χρήματα μετακινήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο . Η μεταφορά δεν αποτελεί νέο φορολογικό γεγονός.
Ωστόσο, το ΣτΕ ξεκαθαρίζει ότι οι φορολογούμενοι εξακολουθούν να έχουν την υποχρέωση να αποδεικνύουν την προέλευση των χρημάτων τους όταν ζητηθεί. Σε περιπτώσεις μεγάλων ποσών, απαιτούνται τραπεζικά παραστατικά και άλλα στοιχεία που να τεκμηριώνουν πότε αποκτήθηκαν τα χρήματα. Αν δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις και η υπόθεση δεν έχει παραγραφεί, η ΑΑΔΕ μπορεί να προχωρήσει σε έλεγχο και καταλογισμό φόρων .
Η απόφαση θεωρείται ορόσημο, καθώς βάζει τέλος σε μια πρακτική που δημιουργούσε ανασφάλεια δικαίου και συχνά οδηγούσε σε υπέρογκους καταλογισμούς για ποσά που είχαν αποκτηθεί πολλά χρόνια πριν. Παράλληλα, δίνει σαφές πλαίσιο για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται οι μεταφορές χρημάτων, προστατεύοντας τους πολίτες από αυθαίρετες ερμηνείες.