«Σπίτι μου… πανάκριβο»: Το βάρος της στέγασης γονατίζει τα ελληνικά νοικοκυριά
Έως και το 40% του εισοδήματος κατευθύνεται σε ενοίκια και δόσεις – Τι δείχνουν τα στοιχεία ΤτΕ και Eurostat για το στεγαστικό αδιέξοδο
Η στέγαση εξελίσσεται σε έναν από τους πιο πιεστικούς οικονομικούς παράγοντες για τα ελληνικά νοικοκυριά, με τα ενοίκια και τις δόσεις στεγαστικών δανείων να απορροφούν κατά μέσο όρο το 23,7% του διαθέσιμου εισοδήματος. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που για μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι ακόμη πιο δυσβάσταχτη. Σύμφωνα με την Eurostat, σχεδόν τρεις στις δέκα οικογένειες δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους μόνο για τη στέγη, ποσοστό υπερπενταπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η Τράπεζα της Ελλάδος αποδίδει το υψηλό κόστος στέγασης στη συνεχή άνοδο των τιμών ακινήτων και των ενοικίων. Η ζήτηση παραμένει ισχυρή, ενώ η προσφορά νέων κατοικιών είναι περιορισμένη λόγω της πολυετούς κάμψης της οικοδομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, η βελτίωση των εισοδημάτων τα τελευταία χρόνια ενίσχυσε την αγοραστική δύναμη, αυξάνοντας περαιτέρω τη ζήτηση για σύγχρονες κατοικίες σε περιοχές με αναβαθμισμένες υποδομές.
Η κατοικία έχει εξελιχθεί σε επενδυτικό προϊόν, προσελκύοντας τόσο ιδιώτες όσο και εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ανάπτυξη και εκμετάλλευση ακινήτων. Η άρση της αβεβαιότητας μετά την οικονομική κρίση και η σταθερή ανοδική πορεία των τιμών από το 2018 έχουν ενισχύσει την εικόνα της αγοράς ως ασφαλούς επενδυτικού πεδίου.
Σημαντική αύξηση καταγράφεται και στη ζήτηση στεγαστικών δανείων. Μετά την επιβράδυνση που προκάλεσαν οι αυστηροί όροι χρηματοδότησης και η άνοδος των επιτοκίων την περίοδο 2022–2023, η αγορά ανέκαμψε το 2023 και ακόμη περισσότερο το 2024, με τα νέα στεγαστικά να αυξάνονται κατά 3,9% και 29,6% αντίστοιχα. Το πρόγραμμα «Σπίτι μου» συνέβαλε ιδιαίτερα στην ενίσχυση της ζήτησης για παλαιότερα ακίνητα.
Παρά τη συνολική μείωση του πληθυσμού, οι δημογραφικές αλλαγές της τελευταίας δεκαετίας έχουν αυξήσει τον αριθμό των μονοπρόσωπων νοικοκυριών σε όλες τις περιφέρειες, εντείνοντας την ανάγκη για περισσότερες κατοικίες, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ο υψηλός βαθμός αστικοποίησης παραμένει καθοριστικός παράγοντας πίεσης στην αγορά.