Revolut: Αίτηση για τραπεζική άδεια στις ΗΠΑ
Η Revolut κατέθεσε επίσημα αίτηση στο Γραφείο Ελέγχου Νομίσματος των ΗΠΑ (OCC) και στον Ομοσπονδιακό Οργανισμό Ασφάλισης Καταθέσεων (FDIC) για την απόκτηση άδειας εθνικής τράπεζας, με την επωνυμία Revolut Bank US, N.A. . Η κίνηση αυτή αποτελεί στρατηγικό ορόσημο για την επέκταση της εταιρείας στη Βόρεια Αμερική και ενισχύει το όραμά της να εξελιχθεί στην πρώτη πραγματικά παγκόσμια τραπεζική πλατφόρμα. Παράλληλα, η εταιρεία ανακοίνωσε τον διορισμό του Cetin Duransoy στη θέση του CEO για τις ΗΠΑ, διαδεχόμενο τον Sid Jajodia, ο οποίος αναλαμβάνει Global Chief Banking Officer.
Η άδεια εθνικής τράπεζας θα επιτρέψει στη Revolut να λειτουργεί ενιαία σε όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ, υπό ομοσπονδιακή εποπτεία, αποκτώντας άμεση πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών Fedwire και ACH. Αυτό θα της δώσει τη δυνατότητα να προσφέρει FDIC‑ασφαλισμένες καταθέσεις, προσωπικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες χωρίς τη μεσολάβηση συνεργαζόμενων τραπεζών, ενισχύοντας σημαντικά το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο και τις πηγές εσόδων της .
Ο συνιδρυτής και CEO της Revolut, Nik Storonsky, χαρακτήρισε τις ΗΠΑ «κεντρικό πυλώνα» της παγκόσμιας στρατηγικής της εταιρείας, υπογραμμίζοντας ότι η άδεια θα επιτρέψει ταχύτερη ανάπτυξη προϊόντων και πλήρη έλεγχο της εμπειρίας του πελάτη. Η Revolut, που δραστηριοποιείται πλέον σε 40 αγορές και εξυπηρετεί πάνω από 70 εκατομμύρια χρήστες, στοχεύει να φτάσει τα 100 εκατομμύρια έως τα μέσα του 2027 και να εισέλθει σε 30 νέες αγορές έως το 2030.
Ο νέος CEO των ΗΠΑ, Cetin Duransoy, φέρνει εμπειρία άνω των δύο δεκαετιών σε Capital One, Visa και Raisin US, όπου ηγήθηκε της επέκτασης σε περισσότερους από 90 τραπεζικούς συνεργάτες. Η τοποθέτησή του σηματοδοτεί την ενίσχυση της παρουσίας της Revolut στην αμερικανική αγορά, η οποία αποτελεί κρίσιμο πεδίο ανάπτυξης για την εταιρεία.
Η αίτηση για τραπεζική άδεια έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Revolut έχει ενισχύσει σημαντικά τη διεθνή της θέση: άδεια πληρωμών στην Ινδία, κατ’ αρχήν έγκριση στα ΗΑΕ, έναρξη τραπεζικών εργασιών στο Μεξικό και νέα παγκόσμια έδρα στο Λονδίνο. Η αποτίμηση της εταιρείας έφτασε τα 75 δισ. δολάρια μετά τη δευτερογενή διάθεση μετοχών τον Νοέμβριο του 2025, καθιστώντας τη μία από τις πιο πολύτιμες ιδιωτικές εταιρείες τεχνολογίας παγκοσμίως.