Πρωτοδικείο Αθηνών: Στην πενταετία η παραγραφή χρεών της ΕΥΔΑΠ
Σε μια απόφαση με μεγάλη πρακτική αξία για χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις προχώρησε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (2426/2026) σχετικά με οφειλές στην ΕΥΔΑΠ που είτε έχουν παραγραφεί είτε δεν έχουν αιτιολογηθεί επαρκώς.
Η δικαστική κρίση δικαίωσε συνιδιοκτήτες ακινήτου στην Αθήνα, ακυρώνοντας στο σύνολό της την ταμειακή βεβαίωση για συνολικό ποσό 4.096,66 ευρώ.
Παραγραφή χρεών της ΕΥΔΑΠ στην πενταετία
Το πρώτο κρίσιμο σημείο της απόφασης αφορά τον χρόνο παραγραφής. Το δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς της ΕΥΔΑΠ ότι οι απαιτήσεις της παραγράφονται μετά από είκοσι χρόνια ή ότι εξομοιώνονται με τις απαιτήσεις του Δημοσίου.
Αντίθετα, αποφάνθηκε ότι η ΕΥΔΑΠ, ως ανώνυμη εταιρεία που λειτουργεί με κανόνες ιδιωτικής οικονομίας, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του Αστικού Κώδικα. Με αυτό το σκεπτικό, οφειλές ύψους 3.653,52 ευρώ (εκ των οποίων τα 2.182 ευρώ αφορούσαν κύρια οφειλή και τα 1.471,52 ευρώ τόκους και προσαυξήσεις) που ανάγονταν στο διάστημα 2015-2018, κρίθηκε ότι έχουν σβήσει οριστικά, καθώς η εταιρεία άργησε να τις διεκδικήσει.

Το δεύτερο σκέλος της απόφασης αφορά την αοριστία των χρεώσεων. Οι ανακόπτοντες βρέθηκαν αντιμέτωποι με απαιτήσεις για «λογαριασμούς ύδρευσης» σε περιόδους που η υδροδότηση του ακινήτου είχε ήδη διακοπεί, καθώς και με γενικές χρεώσεις για «δικαστικά έξοδα» χωρίς καμία περαιτέρω εξήγηση. Ο δικαστής έκρινε ότι μια ταμειακή βεβαίωση είναι άκυρη όταν δεν προσδιορίζει με απόλυτη σαφήνεια την αιτία και το είδος της οφειλής πριν ο πολίτης φτάσει στο δικαστήριο.
Η απόφαση υπογραμμίζει ότι η ΕΥΔΑΠ δεν μπορεί να «διορθώσει» την αοριστία των χρεώσεών της προσκομίζοντας στοιχεία εκ των υστέρων, κατά τη διάρκεια της δίκης. Η ενημέρωση του οφειλέτη για το τι ακριβώς πληρώνει πρέπει να γίνεται σε χρόνο προγενέστερο της ανακοπής, ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα της άμυνας του.
Η δικαστική εξέλιξη κατέληξε στην πλήρη ακύρωση της ταμειακής βεβαίωσης, ενώ το δικαστήριο καταδίκασε την ΕΥΔΑΠ να καταβάλει στους πολίτες τα δικαστικά τους έξοδα, ύψους 58,50 ευρώ για κάθε έναν από τους ανακόπτοντες.
Η απόφαση 2426/2026 αποτελεί πλέον ισχυρό προηγούμενο, προστατεύοντας τους καταναλωτές από αυθαίρετες ή καθυστερημένες χρεώσεις και επιβάλλοντας στην εταιρεία την υποχρέωση για ακριβή και έγκαιρη τεκμηρίωση των απαιτήσεών της.