Πρόωρες αποπληρωμές χρέους: Γιατί τα «οφέλη» δεν επιβεβαιώνονται στα στοιχεία

Πρόωρες αποπληρωμές χρέους: Γιατί τα «οφέλη» δεν επιβεβαιώνονται στα στοιχεία
63 / 100 SEO Score

Η κυβερνητική στρατηγική, οι αντιρρήσεις οικονομολόγων και τα δεδομένα που δείχνουν αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης

Η δημόσια συζήτηση για την πρόωρη αποπληρωμή μέρους του ελληνικού χρέους αναζωπυρώθηκε μετά την ανακοίνωση της κυβέρνησης για εξόφληση 6,9 δισ. ευρώ από τα δάνεια του πρώτου μνημονίου. Παρά τις θετικές τοποθετήσεις του πρωθυπουργού, του υπουργού Οικονομικών και του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, η πραγματική εικόνα που προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία είναι πιο σύνθετη και, σε αρκετά σημεία, αντιφατική .

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία εστιάζει στον συμβολισμό και στη μείωση του χρέους, στην ενίσχυση της αξιοπιστίας της χώρας και στη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου μέσω χαμηλότερων μελλοντικών τόκων. Ωστόσο, η ανάλυση των δεδομένων δείχνει ότι το συνολικό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους έχει αυξηθεί σημαντικά την τελευταία πενταετία, παρά τις πρόωρες αποπληρωμές. Το 2018 το κόστος ήταν 13,3 δισ. ευρώ, ενώ το 2025 έφτασε τα 20,6 δισ. ευρώ, με τα χρεολύσια και τους τόκους να κινούνται ανοδικά .

Κεντρικό σημείο της κριτικής αποτελεί η χρήση των ταμειακών διαθεσίμων. Το «μαξιλάρι» ασφαλείας, που δημιουργήθηκε το 2018 για να προστατεύσει τη χώρα όσο δεν διέθετε επενδυτική βαθμίδα, έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια από πρωτογενή πλεονάσματα, έσοδα αποκρατικοποιήσεων, δανεισμό του Ταμείου Ανάκαμψης και ειδικούς λογαριασμούς που λειτουργούν εκτός προϋπολογισμού. Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει επισημάνει ασάφειες και λογιστικές αποκλίσεις σε αυτούς τους λογαριασμούς, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα για τη διαφάνεια και την ακρίβεια των στοιχείων .

Παράλληλα, η αύξηση των πρωτογενών πλεονασμάτων δεν προκύπτει από αναπτυξιακή ώθηση, αλλά από υπερέσοδα και καθυστερήσεις πληρωμών του Δημοσίου προς προμηθευτές και φορολογούμενους. Το 2025 το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης έφτασε τα 12,1 δισ. ευρώ, ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του κράτους παρέμειναν υψηλές, επιβαρύνοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις .

Σημαντικό επίσης είναι ότι τα δάνεια των μνημονίων, τα οποία η κυβέρνηση επιδιώκει να αποπληρώσει νωρίτερα, έχουν ήδη εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους: χαμηλά επιτόκια, μεγάλη διάρκεια και περίοδο χάριτος. Η πρόωρη εξόφλησή τους δεν μειώνει ουσιαστικά το κόστος, ενώ αυξάνει τις ανάγκες νέου δανεισμού, ο οποίος πλέον γίνεται με υψηλότερα επιτόκια. Το μεσοσταθμικό κόστος νέου δανεισμού έχει υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με το 2018–2019 .

Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι, παρά τις αποπληρωμές, το χρέος της Κεντρικής Διοίκησης αυξήθηκε κατά 49,9 δισ. ευρώ από το 2019 έως το 2025. Η μέση διάρκεια του χρέους μειώθηκε, ενώ το συνολικό κόστος εξυπηρέτησης παραμένει σταθερά υψηλό. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, η Τράπεζα της Ελλάδος και διεθνείς οργανισμοί προειδοποιούν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες και ότι η διατήρηση επαρκών ταμειακών διαθεσίμων είναι κρίσιμη σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας και διαρθρωτικών πιέσεων .

Η συνολική εικόνα που προκύπτει από τα επίσημα δεδομένα και τις θεσμικές εκθέσεις δείχνει ότι η στρατηγική των πρόωρων αποπληρωμών δεν αποδίδει τα αναμενόμενα οφέλη. Αντίθετα, αυξάνει τις χρηματοδοτικές ανάγκες, μειώνει τα διαθέσιμα αποθέματα ασφαλείας και επιβαρύνει τους φορολογούμενους σε μια περίοδο που η οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις.

ΠΗΓΗ-ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΔΩ