Πώς οι τράπεζες «γκρέμισαν» τα επιτόκια καταθέσεων

Πώς οι τράπεζες «γκρέμισαν» τα επιτόκια καταθέσεων
69 / 100 SEO Score

Η έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού αποκαλύπτει ασυμμετρίες, ολιγοπωλιακές πρακτικές και στρατηγικές πίεσης στους αποταμιευτές

Η ενδιάμεση έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού για την αγορά καταθέσεων φωτίζει με λεπτομέρειες τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές τράπεζες οδήγησαν τα επιτόκια σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, αξιοποιώντας την πλεονάζουσα ρευστότητα και την περιορισμένη ανταγωνιστική πίεση. Η έκθεση περιγράφει μια αγορά που λειτουργεί με χαρακτηριστικά ολιγοπωλίου, επιτρέποντας στα πιστωτικά ιδρύματα να προσαρμόζουν τις αποδόσεις των καταθέσεων με τρόπο που ευνοεί τα ίδια και όχι τους αποταμιευτές.

«Ρουκέτες και φτερά»: Η ασυμμετρία στις κινήσεις των τραπεζών

Η Επιτροπή καταγράφει μια έντονη ασυμμετρία στη συμπεριφορά των τραπεζών κατά τις περιόδους ανόδου και πτώσης των επιτοκίων της ΕΚΤ. Κατά την περίοδο 2022–2023, όταν τα ευρωπαϊκά επιτόκια αυξάνονταν, οι ελληνικές τράπεζες προχωρούσαν σε εξαιρετικά αργές και περιορισμένες αυξήσεις στα επιτόκια καταθέσεων. Το ποσοστό μετακύλισης των αυξήσεων ήταν χαμηλό και σημαντικά κατώτερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Αντίθετα, το 2024, όταν η ΕΚΤ ξεκίνησε τον κύκλο μειώσεων (Ιούνιος, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος), οι τράπεζες αντέδρασαν άμεσα και επιθετικά. Με την πρώτη κιόλας μείωση του βασικού επιτοκίου τον Ιούνιο, συστημικές τράπεζες προχώρησαν σε περικοπές στα επιτόκια προθεσμιακών προϊόντων 6 και 12 μηνών. Μέχρι τον Νοέμβριο, μετά την τρίτη μείωση της ΕΚΤ, σχεδόν όλα τα προθεσμιακά προϊόντα είχαν ανατιμολογηθεί προς τα κάτω, με τα επιτόκια των 6μηνων προθεσμιακών να υποχωρούν στο εύρος 0,40%–1,00%.

Η αντιστροφή της τραπεζικής λογικής

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα της έκθεσης αφορά την ανατροπή της παραδοσιακής σχέσης διάρκειας–απόδοσης. Το 2024 καταγράφηκαν περιπτώσεις όπου οι τράπεζες προσέφεραν υψηλότερα επιτόκια για βραχυχρόνιες καταθέσεις (π.χ. 3 μήνες) σε σχέση με τις 6μηνες ή 12μηνες διάρκειες.

Για παράδειγμα, συστημική τράπεζα αύξησε το επιτόκιο στο 3μηνο τον Ιούλιο του 2024, ενώ ταυτόχρονα μείωνε τα επιτόκια στα μεγαλύτερης διάρκειας προϊόντα. Η πρακτική αυτή απέτρεπε τους καταθέτες από το να «κλειδώσουν» υψηλές αποδόσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, επιτρέποντας στις τράπεζες να ανατιμολογούν γρήγορα προς τα κάτω καθώς προέβλεπαν περαιτέρω πτώση των επιτοκίων.

Πλεονάζουσα ρευστότητα: Το βασικό επιχείρημα των τραπεζών

Οι τράπεζες αποδίδουν τη στάση τους στην υπερβάλλουσα ρευστότητα του συστήματος. Ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις έχει υποχωρήσει περίπου στο 60%, ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα στην Ευρωζώνη. Με εισροές άνω των 60 δισεκατομμυρίων ευρώ τα τελευταία χρόνια, οι τράπεζες δηλώνουν ότι δεν έχουν ανάγκη να προσελκύσουν νέα κεφάλαια μέσω υψηλότερων επιτοκίων.

Με απλά λόγια, η προσφορά καταθέσεων υπερκαλύπτει τη ζήτηση για δάνεια, άρα δεν υπάρχει εμπορικό κίνητρο για ανταγωνιστικές αποδόσεις.

Στροφή σε επενδυτικά προϊόντα

Η έκθεση αναδεικνύει και μια στρατηγική μετατόπιση των τραπεζών: Αντί να αυξήσουν τα επιτόκια καταθέσεων, προώθησαν στους πελάτες τους επενδυτικά προϊόντα όπως αμοιβαία κεφάλαια, τα οποία αποφέρουν προμήθειες και ενισχύουν τα μη επιτοκιακά έσοδα των ιδρυμάτων.

Σε περιόδους υψηλής ρευστότητας, οι τράπεζες «οδηγούν» τους καταθέτες προς τέτοιου είδους προϊόντα, παρουσιάζοντάς τα ως λύσεις με καλύτερες αποδόσεις, ενώ ταυτόχρονα μειώνουν το κόστος χρηματοδότησής τους.

Μια αγορά με χαρακτηριστικά ολιγοπωλίου

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού περιγράφει μια αγορά όπου η έλλειψη έντονου ανταγωνισμού επιτρέπει στις τράπεζες να διαμορφώνουν τα επιτόκια καταθέσεων κατά το δοκούν. Το αποτέλεσμα για τους αποταμιευτές ήταν η ταχεία απομείωση των αποδόσεων το 2024, ακυρώνοντας κάθε προσδοκία για ουσιαστικό εισόδημα από προθεσμιακές καταθέσεις.

ΠΗΓΗ