Η κερδοσκοπία των funds και πώς η Ουκρανία έγινε από σιτοβολώνας της Ευρώπης σε παγκόσμιο αδύναμο κρίκο..
Ο ρωσο‑ουκρανικός πόλεμος επανέφερε με οδυνηρό τρόπο τη διατροφική ασφάλεια στο επίκεντρο της διεθνούς ανησυχίας, μετά το πρώτο σοκ της πανδημίας που είχε ήδη διαταράξει την εφοδιαστική αλυσίδα. Η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο από τους μεγαλύτερους προμηθευτές βασικών αγροτικών προϊόντων εκτόξευσε τις τιμές σε ιστορικά υψηλά, δημιουργώντας διπλή κρίση: ακρίβεια για τις ανεπτυγμένες οικονομίες και πραγματική έλλειψη τροφίμων για τις φτωχότερες χώρες. Η Ουκρανία, κορυφαίος εξαγωγέας ηλιελαίου, ελαιοκράμβης, καλαμποκιού και πέμπτος μεγαλύτερος προμηθευτής σιταριού, είδε τις εξαγωγές της να καταρρέουν, ενώ χώρες όπως η Ερυθραία, η Σομαλία και η Αίγυπτος –απόλυτα εξαρτημένες από ουκρανικά και ρωσικά σιτηρά– βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον κίνδυνο λιμού.
Οι τιμές του σιταριού ακολούθησαν μια τετραφασική πορεία ακραίων διακυμάνσεων: από την εκτόξευση μετά την εισβολή, στη μερική αποκλιμάκωση με τον διάδρομο των σιτηρών, στην εκ νέου άνοδο όταν αυτός ανεστάλη και τελικά στη μεγάλη πτώση μετά την επανέναρξη των εξαγωγών μέσω Ρουμανίας και Βουλγαρίας. Η κατάρρευση των τιμών, όμως, έφερε νέο πλήγμα: οι αγροτικές οικονομίες διεθνώς βρέθηκαν αντιμέτωπες με πρωτόγνωρα χαμηλές απολαβές, την ώρα που το κόστος παραγωγής είχε εκτοξευθεί λόγω της αύξησης των λιπασμάτων, όπου Ρωσία και Λιθουανία έχουν δεσπόζοντα ρόλο.
Πίσω από τις ακραίες διακυμάνσεις, η συζήτηση για το αν η κρίση ήταν αποτέλεσμα πραγματικών ελλείψεων ή κερδοσκοπίας παραμένει ανοιχτή. Σύμφωνα με στοιχεία της Societe Generale, δέκα επενδυτικά funds φέρονται να κέρδισαν 1,9 δισ. δολάρια μέσα σε τρεις μήνες, αξιοποιώντας αλγοριθμικές συναλλαγές σε παράγωγα σιτηρών. Την ίδια στιγμή, ο ΟΗΕ εκτιμά ότι η πραγματική απώλεια προϊόντος δεν ξεπέρασε το 1% της παγκόσμιας αγοράς, την ώρα που οι τιμές αυξήθηκαν κατά 50% σε μόλις δύο μήνες, ενισχύοντας τις υποψίες για υπερβολική κερδοσκοπία.
Η Ουκρανία, ο ιστορικός σιτοβολώνας της Ευρώπης, έχει υποστεί βαθιά και μακροχρόνια ζημιά. Με πάνω από 20% των παραγωγικών εδαφών χαμένα ή μη προσβάσιμα, με τεράστιες εκτάσεις γεμάτες νάρκες και με υποδομές εξαγωγών κατεστραμμένες ή επικίνδυνες, η χώρα ξεκινά από χαμηλότερη βάση στη νέα εποχή. Η παραγωγή σιταριού, καλαμποκιού και κριθαριού υποχωρεί, ενώ η καλλιέργεια ηλιοσπόρου κερδίζει έδαφος, αν και η κλιματική αλλαγή και οι ξηρασίες δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η διαφθορά και η κακοδιαχείριση επιδείνωσαν το πρόβλημα, οδηγώντας ακόμη και στη συγχώνευση του Υπουργείου Γεωργίας με το Υπουργείο Οικονομικών.
Το μέλλον της ουκρανικής αγροτικής παραγωγής παραμένει αβέβαιο. Η απώλεια αγορών, όπως αυτή των ευρωπαϊκών καρυδιών, η έλλειψη επενδύσεων, η φυγή των νέων από την ύπαιθρο και ο κίνδυνος που παραμένει στα χωράφια λόγω εκρηκτικών υπολειμμάτων, συνθέτουν ένα ζοφερό τοπίο. Όταν ο πόλεμος τελειώσει, η Ουκρανία θα χρειαστεί χρόνια για να ανακτήσει τη θέση της στο παγκόσμιο εμπόριο τροφίμων — αν ποτέ τα καταφέρει.