Πόλεμος με Ιράν: Η σύγκρουση που μπορεί να φέρει το τέλος της ηγεμονίας των ΗΠΑ;;
Η αμερικανική επέμβαση στο Ιράν εξελίσσεται σε μια κρίσιμη δοκιμασία για τις ΗΠΑ, καθώς τρία παράλληλα «χρονόμετρα» –οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό– απειλούν να ανατρέψουν τον αρχικό στρατηγικό σχεδιασμό. Παρά τις διακηρύξεις της Ουάσιγκτον, η συνεχής μεταβολή των στόχων της εκστρατείας δείχνει ότι η αμερικανική ηγεσία δεν έχει καταλήξει σε σαφή στρατηγική. Η επιδίωξη μιας νέας τάξης πραγμάτων στη Μέση Ανατολή, με πλήρη εξουδετέρωση του Ιράν ώστε να διασφαλιστεί η ασφάλεια του Ισραήλ και να απελευθερωθούν αμερικανικοί πόροι για την Ασία, μοιάζει θεωρητικά ορθή. Ωστόσο, η επίτευξή της αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολη από όσο υπολογιζόταν.
Ο «Στρατηγός Χρόνος» λειτουργεί πλέον ως ο μεγαλύτερος αντίπαλος των ΗΠΑ. Η άνοδος των τιμών ενέργειας πιέζει την παγκόσμια οικονομία αλλά και τους Αμερικανούς ψηφοφόρους, ενώ η σύγκρουση ξεκίνησε χωρίς κοινωνική συναίνεση, χωρίς έγκριση του Κογκρέσου και χωρίς σαφή τεκμηρίωση βάσει διεθνούς δικαίου. Παράλληλα, μια παρατεταμένη εμπλοκή απειλεί να εξαντλήσει τα αμερικανικά αποθέματα προηγμένων πυρομαχικών, τα οποία χρειάζονται μήνες ή και χρόνια για να αναπληρωθούν. Η κατανάλωση πυραύλων Patriot και THAAD σε τόσο σύντομο διάστημα δημιουργεί σοβαρά κενά, την ώρα που η αμερικανική βιομηχανία δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες.
Την ίδια στιγμή, το ιρανικό καθεστώς, παρά τις βαριές απώλειες, δεν δείχνει σημάδια κατάρρευσης. Δεν υπάρχει λαϊκή εξέγερση, οι επιθέσεις συνεχίζονται και η αεροπορική υπεροχή ΗΠΑ–Ισραήλ δεν αρκεί για να επιβάλει άνευ όρων συνθηκολόγηση. Αν η σύγκρουση παραταθεί, το κόστος θα αυξηθεί εκθετικά, ειδικά αν υπάρξει χερσαία εμπλοκή ή χρήση τοπικών «υποκατάστατων» δυνάμεων.
Το μεγαλύτερο όμως στρατηγικό ρίσκο αφορά την Κίνα. Όσο οι ΗΠΑ βυθίζονται σε έναν μακρύ πόλεμο στη Μέση Ανατολή, το Πεκίνο αποκτά πολύτιμο χρόνο και περιθώριο κινήσεων στην Ασία. Η κατάσταση θυμίζει την περίοδο του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», όταν η Ουάσιγκτον ξόδευε τρισεκατομμύρια σε Ιράκ και Αφγανιστάν, ενώ Κίνα και Ρωσία αναπτύσσουν ανενόχλητες νέα οπλικά συστήματα. Σήμερα, η αμερικανική ικανότητα να στηρίξει την Ταϊβάν ή να ανταποκριθεί σε μια κινεζική πρόκληση αμφισβητείται ανοιχτά από αναλυτές.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο πρόεδρος Τραμπ θα επιδιώξει μια «νίκη στα σημεία» μέσω ταχείας διαπραγμάτευσης ή αν θα επιλέξει κλιμάκωση, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Μια παρατεταμένη σύγκρουση μπορεί να αποδειχθεί ιστορική ειρωνεία: η επιχείρηση που ξεκίνησε για να ενισχύσει την αμερικανική ισχύ ίσως εξελιχθεί στο σημείο καμπής που θα σηματοδοτήσει το τέλος της ως μοναδικής παγκόσμιας υπερδύναμης.