OpenAI και Google παρείχαν προηγμένα μοντέλα AI σε θυγατρικές κινεζικών ομίλων που βρίσκονται στη μαύρη λίστα των ΗΠΑ
Το κενό στους αμερικανικούς περιορισμούς, οι αντιδράσεις της Ουάσιγκτον και οι νέες πιέσεις για αυστηρότερο πλαίσιο στις εξαγωγές τεχνητής νοημοσύνης
Η αποκάλυψη ότι OpenAI και Google παρείχαν προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης σε θυγατρικές των Alibaba, Baidu και Tencent, οι οποίες βρίσκονται στη μαύρη λίστα του Πενταγώνου, επαναφέρει στο προσκήνιο τα κενά της αμερικανικής πολιτικής γύρω από την AI. Οι συναλλαγές έγιναν μέσω εταιρειών με έδρα τη Σιγκαπούρη, επιτρέποντας την πρόσβαση σε υπηρεσίες που η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι ενδέχεται να συνδέονται με τον κινεζικό στρατό.
Οι δύο αμερικανικές εταιρείες επιβεβαίωσαν ότι παρείχαν υπηρεσίες AI στις συγκεκριμένες θυγατρικές, ενώ η OpenAI ανακοίνωσε ότι έχει ήδη αναστείλει την πρόσβαση χρηστών που σχετίζονται με την Alibaba στο API της, επικαλούμενη ανησυχίες για παράνομη χρήση. Η υπόθεση αναζωπύρωσε τις πιέσεις για αυστηρότερη ρύθμιση των προηγμένων μοντέλων, αντίστοιχη με τους περιορισμούς που ισχύουν για τους ημιαγωγούς υψηλής τεχνολογίας.

Παρότι οι συγκεκριμένες πωλήσεις ήταν νόμιμες, η συζήτηση στις ΗΠΑ επικεντρώνεται πλέον στο κατά πόσο πρέπει να απαγορευτεί η πρόσβαση σε προηγμένο λογισμικό τεχνητής νοημοσύνης για εταιρείες που περιλαμβάνονται στη λίστα 1260H – μια λίστα που καταρτίζεται από το Κογκρέσο και περιλαμβάνει κινεζικούς ομίλους με φερόμενους δεσμούς με τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό. Μέχρι σήμερα, η απαγόρευση αφορά συγκεκριμένα μοντέλα, όπως τα Mythos και Fable της Anthropic και το GPT‑5.6 της OpenAI, όχι όμως τη συνολική χρήση προηγμένων υπηρεσιών AI.
Η υπόθεση αναδεικνύει το πόσο δύσκολο είναι να ελεγχθεί η διάθεση υπηρεσιών τεχνητής νοημοσύνης σε παγκόσμιο επίπεδο, ειδικά όταν οι εταιρείες μπορούν να χρησιμοποιούν θυγατρικές εκτός Κίνας. Παράλληλα, ενισχύει τις ανησυχίες της Ουάσιγκτον ότι η κινεζική τεχνολογική βιομηχανία μπορεί να αξιοποιήσει αμερικανικά μοντέλα για στρατιωτικές ή άλλες ευαίσθητες εφαρμογές.
Η συζήτηση για αυστηρότερο πλαίσιο αναμένεται να ενταθεί, καθώς οι ΗΠΑ προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην προστασία της εθνικής ασφάλειας και την ανάγκη να μην περιοριστεί υπερβολικά η διεθνής δραστηριότητα των αμερικανικών εταιρειών τεχνολογίας. Το θέμα παραμένει ανοιχτό και αποτελεί πλέον κεντρικό σημείο στη διαμόρφωση της πολιτικής για την τεχνητή νοημοσύνη.