Ποια ανάπτυξη;; Η ακρίβεια «ροκανίζει» τα εισοδήματα…
Μελέτη του ΙΟΒΕ αποκαλύπτει ότι 7 στα 10 νοικοκυριά δυσκολεύονται οικονομικά – Στέγαση, εργασία, υγεία και εκπαίδευση δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο ανισοτήτων
Η καθημερινότητα των ελληνικών νοικοκυριών απέχει σημαντικά από την εικόνα που παρουσιάζουν οι μακροοικονομικοί δείκτες, σύμφωνα με νέα μελέτη του ΙΟΒΕ. Παρά την ανάκαμψη της οικονομίας μετά τη δεκαετή κρίση, η ακρίβεια συνεχίζει να εξανεμίζει τα εισοδήματα, με το ενοίκιο, την ενέργεια και το κόστος βασικών υπηρεσιών να απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού. Η έρευνα καταγράφει ότι σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν πως δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, ποσοστό που παραμένει πολύ υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η μελέτη δεν περιορίζεται στα εισοδήματα, αλλά εξετάζει ένα πλέγμα παραγόντων που διαμορφώνουν τις κοινωνικές ανισότητες: εργασία, στέγαση, εκπαίδευση, υγεία και μακροχρόνια φροντίδα. Τα προβλήματα αυτά, όπως επισημαίνεται, δεν λειτουργούν μεμονωμένα αλλά αλληλοτροφοδοτούνται, συσσωρεύοντας πιέσεις στα ίδια νοικοκυριά και δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που δυσκολεύει την κοινωνική κινητικότητα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαπίστωση ότι η ανάπτυξη των τελευταίων ετών δεν ωφέλησε όλους με τον ίδιο τρόπο. Τα νοικοκυριά με εργαζόμενα μέλη είδαν τα εισοδήματά τους να αυξάνονται μετά το 2020, ακολουθώντας την πορεία της οικονομίας. Αντίθετα, όσοι βασίζονται κυρίως σε κοινωνικές παροχές παρέμειναν στάσιμοι, με αποτέλεσμα να διευρύνονται οι αποστάσεις μεταξύ των δύο ομάδων. Η χώρα εμφανίζει σύγκλιση με την Ευρώπη σε ορισμένους δείκτες, αλλά στο εσωτερικό της δημιουργούνται νέες ανισότητες.
Η στεγαστική κρίση αναδεικνύεται σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες επιβάρυνσης. Η συνεχής αύξηση των ενοικίων και η εκτόξευση των τιμών ακινήτων καθιστούν την κατοικία απρόσιτη για χιλιάδες νέους. Η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από την οικογενειακή περιουσία, δημιουργώντας ένα νέο χάσμα ανάμεσα σε όσους έχουν οικονομική στήριξη και σε όσους ξεκινούν χωρίς αντίστοιχα εφόδια.
Στην αγορά εργασίας, η μείωση της ανεργίας δεν αρκεί για να εξαλείψει τις χρόνιες παθογένειες. Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει υψηλά ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας, χαμηλή συμμετοχή γυναικών και ατόμων με αναπηρία στην απασχόληση, καθώς και ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά αυτοαπασχόλησης στην Ευρώπη. Οι παράγοντες αυτοί περιορίζουν τις ευκαιρίες και ενισχύουν τις ανισότητες.
Στην εκπαίδευση, παρότι η πρόσβαση στα πανεπιστήμια έχει διευρυνθεί, οι κοινωνικές διαφορές παραμένουν έντονες. Τα παιδιά οικογενειών με χαμηλότερα εισοδήματα έχουν μικρότερες πιθανότητες εισαγωγής σε σχολές υψηλής ζήτησης, ενώ η παραπαιδεία εξακολουθεί να λειτουργεί ως μηχανισμός διεύρυνσης των ανισοτήτων. Αντίστοιχα, στην υγεία, οι υψηλές ιδιωτικές δαπάνες καθιστούν την οικονομική δυνατότητα καθοριστικό παράγοντα πρόσβασης σε υπηρεσίες περίθαλψης.
Η γήρανση του πληθυσμού επιβαρύνει περαιτέρω το σύστημα μακροχρόνιας φροντίδας, το οποίο στηρίζεται κυρίως στις οικογένειες και ιδιαίτερα στις γυναίκες. Η μελέτη υπογραμμίζει ότι οι ανισότητες στην Ελλάδα αποτελούν ένα σύνθετο και αλληλένδετο φαινόμενο, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με την αύξηση του ΑΕΠ, καθώς η καθημερινότητα των πολιτών βελτιώνεται με πολύ βραδύτερο ρυθμό από τους οικονομικούς δείκτες.