Παραπλανητικό τραπεζικό δημοσίευμα για λοβοτομημένους αναγνώστες!

Παραπλανητικό τραπεζικό δημοσίευμα για λοβοτομημένους αναγνώστες!
62 / 100 SEO Score

Διαβάστε παρακάτω….

Είναι πράγματι αφορολόγητες οι τράπεζες;

Είναι σχεδόν αξίωμα στην εγχώρια πολιτική: όταν τα επιχειρήματα στερεύουν αλλά η ανάγκη για δημοσκοπικές επιδόσεις είναι επιτακτική, η πιο σίγουρη, δοκιμασμένη και “αλεξίσφαιρη” συνταγή είναι το χτύπημα στις τράπεζες. Είναι ο αγαπημένος σάκος του μποξ όλων των λαϊκιστών πολιτικών. Όχι εντελώς άδικα, δεδομένων των πρακτικών τους σε χρεώσεις και προμήθειες. Όμως, το να ασκείς κριτική για το ύψος των καθημερινών προμηθειών είναι απολύτως θεμιτό. Το να παίζεις εν ου παικτοίς με την ευστάθεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος για να αποσπάσεις μερικά εφήμερα “ποντάκια” στις μετρήσεις, συνιστά τον απόλυτο ορισμό της θεσμικής και οικονομικής ανευθυνότητας.

Η συζήτηση φούντωσε ξανά, με τον Αλέξη Τσίπρα να βάζει στο στόχαστρο τον περιβόητο αναβαλλόμενο φόρο (DTC – Deferred Tax Credit). Το αφήγημα, σερβιρισμένο με την απαραίτητη δραματικότητα, ακούγεται υπέροχα: οι τράπεζες δεν πληρώνουν φόρους, μοιράζουν μερίσματα 2,8 δισ. φέτος, κι αυτό το αστείο πρέπει να τελειώνει. Το τελεσίγραφο σαφές: ή τον αποσβένουν βίαια έως το 2028 αντί για το 2035, ή τους επιβάλλεται έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη.

Πρόκειται για μια ρητορική που αποκαλύπτει μια εντυπωσιακή, ίσως και ηθελημένη αν θυμηθούμε το παρελθόν, άγνοια της πραγματικής οικονομίας. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του παραλογισμού, πρέπει να εξηγήσουμε τι είναι αυτός ο αναβαλλόμενος φόρος. Ας φανταστούμε έναν έμπορο της γειτονιάς. Μια ωραία πρωία, το κράτος αποφασίζει να κουρέψει την αξία των κρατικών ομολόγων που κατέχει και, μαζί με τις ζημιές από πελάτες που δεν πληρώνουν, τον φέρνει στο χείλος της χρεοκοπίας. Για να μην βάλει λουκέτο, το κράτος του λέει: “Αναγνωρίζω την τεράστια ζημιά που υπέστης. Δεν έχω μετρητά να σου δώσω, αλλά σου επιτρέπω αυτή τη ζημιά να την αφαιρέσεις από τους φόρους που θα μου πληρώνεις στο μέλλον”. Αυτό ακριβώς συνέβη. Τα περίπου 12 δισ. ευρώ του DTC (12/24) δεν χαρίστηκαν ποτέ ως “δώρο”.

Προέκυψαν ως αναγκαίο εποπτικό μαξιλάρι από τις ασύλληπτες ζημιές του PSI και την εκκαθάριση των κόκκινων δανείων, με βασικό στόχο να στηριχθούν τα εποπτικά κεφάλαια, να περιοριστεί η ανάγκη νέων ανακεφαλαιοποιήσεων και να προστατευθεί η σταθερότητα του συστήματος. Το να ισχυρίζεται κάποιος σήμερα ότι οι τράπεζες είναι “αφορολόγητες” επειδή χρησιμοποιούν αυτόν τον μηχανισμό, στερείται στοιχειώδους οικονομικής λογικής. Τα ιδρύματα δεν απολαμβάνουν φορολογική ασυλία, αλλά συμψηφίζουν τις ζημίες της κρίσης με τα μεταγενέστερα κέρδη τους, όπως προβλέπουν η νομοθεσία και το ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο.

Δικαίως η Τράπεζα της Ελλάδος άναψε άμεσα ηχηρό απαγορευτικό, χαρακτηρίζοντας την ανακίνηση του θέματος ιδιαίτερα επικίνδυνη. Παρά την εντυπωσιακή κερδοφορία του 1,1 δισ. ευρώ στο α’ τρίμηνο του 2026, τα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών εξακολουθούν να στηρίζονται στο DTC. Αν το πολιτικό σύστημα υποκύψει στις πολιτικές πιέσεις και αναγκάσει τις τράπεζες να διαγράψουν το αναπόσβεστο υπόλοιπο μέσα σε μόλις δύο χρόνια, θα δημιουργήσει αυτομάτως ένα σοβαρό κεφαλαιακό κενό στους ισολογισμούς τους. Και εδώ βρίσκεται η ουσία: το κόστος δεν θα το πληρώσουν οι τραπεζίτες, αλλά η ίδια η πραγματική οικονομία. Οι τράπεζες, για να καλύψουν την τρύπα, θα κόψουν μαχαίρι τις χρηματοδοτήσεις.

Τα δάνεια προς μικρομεσαίους θα στερέψουν, πνίγοντας κάθε προοπτική ανάπτυξης. Ήδη, εξαιτίας αυτής ακριβώς της ευαισθησίας, διατηρούν μια ιδιαίτερα αυστηρή πιστωτική πολιτική, που εξοργίζει την αγορά. Αν αφαιρεθεί βίαια αυτό το κεφαλαιακό στήριγμα, η απόσταση αυτή θα μετατραπεί σε απροσπέλαστο γκρεμό. Προσθέστε σε αυτό και την άλλη ΕΛΑΣίτικη (sic) αναγγελία για αύξηση της φορολογίας μερισμάτων και έχετε μια ολοκάθαρη εικόνα τι θα συμβεί με τις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις και άρα τις θέσεις εργασίας και τους μισθούς στη χώρα…

Το να τάζεις έκτακτους φόρους στα υπερκέρδη και κεφαλαιακές αποσβέσεις “εδώ και τώρα” συγκροτεί το απόλυτο προεκλογικό αφήγημα. Προσφέρει την ψευδαίσθηση του Ρομπέν των Δασών, χωρίς να λερώνεις τα χέρια σου με τη σύνθετη αλλά απόλυτα υπαρκτή πραγματικότητα των ισολογισμών.

Το τραπεζικό σύστημα και η εθνική οικονομία δεν διοικούνται με συνθήματα καφενείου. Η απόσταση μεταξύ πολιτικής επικοινωνίας και πραγματικότητας αποδεικνύεται χαώδης. Αν αποσταθεροποιήσεις τη βάση τους για να χαϊδέψεις τα αυτιά των ψηφοφόρων, ο πολίτης που σε χειροκροτεί σήμερα θα βρεθεί αύριο το πρωί μπροστά σε ένα στεγνό και εχθρικό πιστωτικό περιβάλλον. Οι ίδιες οι τράπεζες εφαρμόζουν ήδη, υπό την εποπτεία του SSM, επιταχυνόμενη απόσβεση, με ορίζοντα πλήρους εποπτικής απομείωσης την περίοδο 2032-2034. Αυτός είναι ο τρόπος των αγορών: ρεαλιστικός, σταδιακός και ασφαλής.

Η πραγματική λύση για την κοινωνία δεν βρίσκεται σε τιμωρητικούς φόρους, αλλά στον υγιή ανταγωνισμό, την πίεση για υψηλότερα επιτόκια καταθέσεων και τη διοχέτευση ρευστότητας σε παραγωγικές επενδύσεις. Οτιδήποτε άλλο συνιστά φθηνή πολιτική εκμετάλλευση ενός εξαιρετικά σοβαρού οικονομικού θέματος.

ΠΗΓΗ