Οι «Cyprus Boys» της Γλυφάδας και η απάτη των 115 εκατ. ευρώ με τα iPhone

Οι «Cyprus Boys» της Γλυφάδας και η απάτη των 115 εκατ. ευρώ με τα iPhone
59 / 100 SEO Score

Τέσσερις Κύπριοι επιχειρηματίες, ένα διεθνές δίκτυο εταιρειών και η έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για φερόμενη φορολογική απάτη εκατομμυρίων ευρώ. Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται πολυτελείς αγορές, εικονικές συναλλαγές και δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων στην Ελλάδα.

Στο μικροσκόπιο των ευρωπαϊκών δικαστικών αρχών βρίσκεται μια διεθνής υπόθεση φερόμενης φορολογικής απάτης, με επίκεντρο την εμπορία iPhone και τη δράση ενός δικτύου εταιρειών που εκτείνονταν από τη Σουηδία και τη Γερμανία έως την Κύπρο και την Αλβανία. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, το κύκλωμα φέρεται να προκάλεσε ζημία ύψους 115,5 εκατ. ευρώ από μη αποδοθέντα ΦΠΑ, αξιοποιώντας σύνθετες διασυνοριακές συναλλαγές και διαδοχικά τιμολόγια.

Στην υπόθεση φέρονται να πρωταγωνιστούν τέσσερις Κύπριοι επιχειρηματίες, γνωστοί ως «Cyprus Boys», με τα προσωνύμια «Andy», «Chris», «Blondie» και «Μικρός Γεώργιος». Οι τέσσερις άνδρες φέρονται να είχαν κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό και τη λειτουργία του μηχανισμού, ενώ ήταν γνώριμες παρουσίες στα κοσμικά στέκια της Γλυφάδας και των νοτίων προαστίων. Η πολυτελής καθημερινότητά τους, με ακριβά εστιατόρια, μεγάλους λογαριασμούς και έντονη κοινωνική ζωή, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της δημοσιότητας λόγω της οικονομικής υπόθεσης που διερευνούν οι αρχές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το συνολικό ποσό του ΦΠΑ που φέρεται να μην αποδόθηκε ανέρχεται σε 115.529.455 ευρώ. Από αυτά, τα 80,86 εκατ. ευρώ συνδέονται με 33 περιπτώσεις συναλλαγών στη Σουηδία κατά τη διετία 2019-2020, ενώ άλλα 34,67 εκατ. ευρώ αφορούν τη Γερμανία. Ο μηχανισμός φέρεται να βασιζόταν σε διαδοχικές αγοραπωλησίες κινητών τηλεφώνων μέσω εταιρειών διαφορετικών χωρών, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται ο εντοπισμός της πραγματικής διαδρομής των προϊόντων και των χρημάτων.

Κατά την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, για την κάλυψη της φερόμενης απάτης χρησιμοποιούνταν μια περίπλοκη αλυσίδα τιμολογίων, στην οποία εμφανίζονταν ακόμη και συναλλαγές για υπηρεσίες τηλεφωνίας μέσω διαδικτύου (Voice-over-IP) και δωροεπιταγές. Οι συγκεκριμένες δραστηριότητες φέρονται να μην ανταποκρίνονταν σε πραγματικές εμπορικές συναλλαγές, αλλά να λειτουργούσαν ως μέρος ενός συστήματος που απέκρυπτε την πραγματική οικονομική δραστηριότητα. Στη διαδρομή των συναλλαγών εμφανίζονται γερμανικές και αλβανικές εταιρείες, καθώς και επτά επιχειρήσεις που συνδέονται με το σουηδικό σκέλος της υπόθεσης.

Οι ερευνητές αποδίδουν στους τέσσερις Κύπριους διακριτούς ρόλους στη λειτουργία του δικτύου. Ο «Andy» φέρεται να είχε τον κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό της διαδικασίας τιμολόγησης, στην οργάνωση των αγορών και στον έλεγχο της πλατφόρμας μέσω της οποίας διακινούνταν τα χρήματα. Ο «Chris» περιγράφεται ως στενός συνεργάτης του, με συμμετοχή στη διανομή των χρημάτων, ενώ στον «Blondie» αποδίδεται ρόλος στη διαχείριση χρηματοπιστωτικών πλατφορμών. Παράλληλα, σύμφωνα με τη δικογραφία, οι φερόμενοι ως επικεφαλής εξασφάλιζαν τη χρηματοδότηση για την αγορά μεγάλων ποσοτήτων συσκευών, με 7,25 εκατ. ευρώ να διατίθενται για αγορές κινητών τηλεφώνων μέσα σε διάστημα περίπου δυόμισι μηνών το 2019.

Στις 13 Οκτωβρίου 2026, η Ευρωπαία Εντεταλμένη Εισαγγελέας Χαρίκλεια Θάνου εξέδωσε διάταξη για τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων πέντε προσώπων στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της έρευνας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται διαμέρισμα 78 τετραγωνικών μέτρων και αποθήκη στη Γλυφάδα, καθώς και δύο αυτοκίνητα που αποδίδονται στον «Andy», ένα DS 3 Crossback και ένα Audi A3 45 TFSIe. Η διάταξη καλύπτει επίσης τραπεζικούς λογαριασμούς, επενδυτικά προϊόντα, θυρίδες και άλλα κινητά ή ακίνητα περιουσιακά στοιχεία που ενδέχεται να εντοπιστούν στην Ελλάδα. Η υπόθεση αφορά, πέρα από τη φερόμενη φορολογική απάτη, και ενδεχόμενα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση.

ΠΗΓΗ-ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ