Κρυπτονομίσματα: Φόρος 10% στα κέρδη από το 2027 – Τι αλλάζει για επενδυτές και συναλλαγές
Νέο φορολογικό πλαίσιο για τα κρυπτονομίσματα ψηφίστηκε στη Βουλή, με συντελεστή 10% στην υπεραξία, απαλλαγή για ετήσια κέρδη έως 500 ευρώ και αυξημένους ελέγχους στις συναλλαγές
Σε νέο φορολογικό καθεστώς εισέρχεται η αγορά των κρυπτονομισμάτων στην Ελλάδα, καθώς το νομοσχέδιο που ψηφίστηκε στη Βουλή την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2026 προβλέπει ειδικούς κανόνες για τη φορολόγηση των κερδών των φυσικών προσώπων. Οι βασικές διατάξεις θα τεθούν σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027, με τον φορολογικό συντελεστή να διαμορφώνεται στο 10% για την υπεραξία από τη μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων.
Ο φόρος θα υπολογίζεται στη διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης και του κόστους απόκτησης των κρυπτονομισμάτων. Η απλή κατοχή ψηφιακών νομισμάτων ή η αύξηση της αξίας τους όσο παραμένουν σε ένα ψηφιακό πορτοφόλι δεν δημιουργεί από μόνη της φορολογική υποχρέωση. Αντίθετα, φορολογητέο γεγονός μπορεί να προκύψει όταν τα κρυπτονομίσματα χρησιμοποιούνται για την αγορά προϊόντων ή την πληρωμή υπηρεσιών. Η ανταλλαγή ενός κρυπτοστοιχείου με άλλο δεν θεωρείται φορολογητέα μεταβίβαση.
Σημαντική πρόβλεψη αποτελεί η απαλλαγή από τον φόρο για τα συνολικά καθαρά ετήσια κέρδη που δεν υπερβαίνουν τα 500 ευρώ, μετά τον προβλεπόμενο συμψηφισμό ζημιών. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται, ωστόσο, στην τεκμηρίωση της τιμής αγοράς. Εάν ο επενδυτής δεν διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία για το κόστος απόκτησης των κρυπτοστοιχείων, η τιμή κτήσης θεωρείται μηδενική, γεγονός που μπορεί να αυξήσει σημαντικά το φορολογητέο ποσό.
Το νέο πλαίσιο επεκτείνεται και στα τεκμήρια απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, καθώς η αγορά κρυπτονομισμάτων θα συνυπολογίζεται στις σχετικές δαπάνες. Αυτό σημαίνει ότι οι φορολογούμενοι θα πρέπει να μπορούν να δικαιολογούν τα ποσά που διαθέτουν για τις συγκεκριμένες επενδύσεις. Διαφορετική φορολογική αντιμετώπιση προβλέπεται για τα εισοδήματα από δανεισμό κρυπτονομισμάτων, την παροχή ρευστότητας σε αποκεντρωμένα πρωτόκολλα και το staking, δηλαδή τη δέσμευση κρυπτοστοιχείων για την επικύρωση συναλλαγών. Τα συγκεκριμένα έσοδα αντιμετωπίζονται ως τόκοι και φορολογούνται με συντελεστή 15%.
Παράλληλα, καθορίζονται κανόνες για τη φορολογική μεταχείριση κρυπτοστοιχείων που αποκτώνται μέσω κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής. Οι πωλήσεις τους απαλλάσσονται επίσης από το Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής, σύμφωνα με τις προβλέψεις του νέου πλαισίου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η δυνατότητα δήλωσης παλαιότερων εισοδημάτων από συναλλαγές με κρυπτονομίσματα. Οι φορολογούμενοι θα έχουν προθεσμία 12 μηνών από την έναρξη ισχύος της σχετικής διάταξης για να υποβάλουν οικειοθελώς τις απαιτούμενες δηλώσεις. Ο φόρος που θα προκύπτει θα πρέπει να εξοφλείται μέσα σε 60 ημέρες από την υποβολή τους. Εφόσον η πληρωμή πραγματοποιηθεί εμπρόθεσμα, δεν θα επιβάλλονται πρόστιμα ή τόκοι για την προηγούμενη μη δήλωση των συγκεκριμένων εισοδημάτων.
Η συγκεκριμένη διαδικασία δεν συνεπάγεται, ωστόσο, αυτόματη αναγνώριση της προέλευσης του αρχικού κεφαλαίου που επενδύθηκε. Για την κάλυψη τεκμηρίων θα λαμβάνονται υπόψη η δηλωθείσα υπεραξία και τα σχετικά εισοδήματα, όχι το αρχικό ποσό της επένδυσης.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα επιλέγει συντελεστή χαμηλότερο από εκείνους που εφαρμόζονται σε άλλες χώρες. Στη Γαλλία, η συνολική φορολογική επιβάρυνση για τις υπεραξίες ιδιωτών ανέρχεται στο 31,4%, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών επιβαρύνσεων, με δυνατότητα επιλογής της προοδευτικής φορολογικής κλίμακας. Στην Αυστρία ο βασικός συντελεστής διαμορφώνεται στο 27,5%, ενώ στην Πορτογαλία τα φορολογητέα κέρδη από κρυπτοστοιχεία που δεν αποτελούν κινητές αξίες φορολογούνται κατά κανόνα με 28%, με πρόβλεψη απαλλαγής υπό προϋποθέσεις για διακράτηση τουλάχιστον 365 ημερών.