Τεχνητή νοημοσύνη: Φόβοι για το σκάσιμο της χρηματιστηριακής φούσκας…
Οι μαζικές ρευστοποιήσεις στις τεχνολογικές μετοχές εντείνουν τις ανησυχίες για πιθανή κρίση στον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης. Τα υψηλά χρέη, οι αμφισβητούμενες αποτιμήσεις και η κυκλική χρηματοδότηση δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας για τις αγορές.
Το ενδεχόμενο να βρίσκεται σε εξέλιξη το σκάσιμο της χρηματιστηριακής φούσκας της τεχνητής νοημοσύνης απασχολεί πλέον έντονα τη διεθνή επενδυτική κοινότητα, καθώς οι τεχνολογικές μετοχές δέχονται ισχυρές πιέσεις. Το παγκόσμιο κύμα ρευστοποιήσεων επαναφέρει στο προσκήνιο τις ανησυχίες για τη βιωσιμότητα των τεράστιων επενδύσεων στον συγκεκριμένο τομέα και για το κατά πόσο οι σημερινές αποτιμήσεις ανταποκρίνονται στις πραγματικές οικονομικές προοπτικές των εταιρειών.
Όπως επισημαίνεται σε ανάλυση της Κέιτι Μάρτιν στους Financial Times, το γεγονός ότι η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί μια πραγματική και λειτουργική τεχνολογία δεν αποκλείει την εκδήλωση μιας μεγάλης χρηματιστηριακής κρίσης. Αντίστοιχη ήταν η εμπειρία από την εποχή της ανάπτυξης του Διαδικτύου, όταν μια τεχνολογία με πραγματικές δυνατότητες συνδέθηκε με υπερβολικές προσδοκίες και τελικά με μεγάλη αναταραχή στις αγορές. Μεταξύ των βασικών κινδύνων για τον σημερινό κλάδο συγκαταλέγονται τα υψηλά επίπεδα χρέους, οι αμφισβητούμενες προοπτικές εσόδων και οι περίπλοκες μορφές χρηματοδότησης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κυκλική χρηματοδότηση μεταξύ εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, σχεδόν το 29% των επενδυτικών συναλλαγών των συγκεκριμένων επιχειρήσεων αφορά άλλες εταιρείες του ίδιου κλάδου, ενώ περισσότερο από το ήμισυ των εισερχόμενων επενδύσεων προέρχεται επίσης από εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης. Η αλληλεξάρτηση αυτή δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους, καθώς μια κρίση σε μία επιχείρηση μπορεί να επηρεάσει τη χρηματοδότηση και τη δραστηριότητα πολλών ακόμη εταιρειών.
Ως πιθανός καταλύτης για την πρόσφατη αναταραχή αναδεικνύονται οι πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ και ειδικότερα η επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές. Η αρχική αντίδραση των διεθνών αγορών ήταν θετική, καθώς οι επενδυτές αντιμετώπισαν το αποτέλεσμα ως παράγοντα ενίσχυσης των θεσμικών ελέγχων και της πολιτικής ισορροπίας. Ωστόσο, το θετικό κλίμα δεν διατηρήθηκε για περισσότερο από μία ημέρα, καθώς αναδείχθηκε ένα διαφορετικό μήνυμα των ψηφοφόρων: η αντίθεση στην ανεξέλεγκτη ανάπτυξη μεγάλων κέντρων δεδομένων.
Σε αρκετές αμερικανικές πολιτείες τέθηκαν σε ψηφοφορία προτάσεις για την αναβολή ή τον περιορισμό της κατασκευής νέων κέντρων δεδομένων, τα οποία καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και νερού. Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν την προοπτική αυστηρότερων ρυθμιστικών κανόνων και μεγαλύτερων δυσκολιών στην αδειοδότηση νέων εγκαταστάσεων. Όπως επισημαίνει ο στρατηγικός αναλυτής της Citadel Securities, Φρανκ Φλάιτ, ορισμένα επενδυτικά σχέδια ενδέχεται να μεταφερθούν σε πολιτείες με ευνοϊκότερο περιβάλλον. Ωστόσο, η εξεύρεση νέων τοποθεσιών, η εξασφάλιση ηλεκτρικής ενέργειας και η έκδοση αδειών απαιτούν χρόνο, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει καθυστερήσεις και αύξηση του κόστους.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές στις μετοχές εταιρειών που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά ή κυρίως στις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης. Την Πέμπτη, ο τεχνολογικός δείκτης Nasdaq Composite υποχώρησε κατά 5%, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση των τελευταίων 19 μηνών. Η CoreWeave έχασε 10% σε μία συνεδρίαση, ενώ η συνολική πτώση της από το υψηλό του Μαΐου έφτασε το 70%. Αντίστοιχα, η Sandisk υποχώρησε κατά 22% και η Micron κατά 17%. Αντίθετα, καλύτερη αντοχή επέδειξαν εταιρείες με διαφοροποιημένες τεχνολογικές δραστηριότητες και ήδη εξασφαλισμένη χωρητικότητα σε κέντρα δεδομένων.
Οι κίνδυνοι από μια ενδεχόμενη κατάρρευση του κλάδου εξετάζονται και σε ανάλυση του ερευνητικού γραφείου TS Lombard. Ο αναλυτής Ντάριο Πέρκινς εκτιμά ότι ένα ακραίο σενάριο κρίσης θα μπορούσε να προκαλέσει πτώση τουλάχιστον 30% στις αμερικανικές μετοχές και πιστωτικές ζημίες έως 200 δισ. δολάρια. Παράλληλα, προειδοποιεί για πιθανό κύμα αθετήσεων οικονομικών υποχρεώσεων που συνδέονται με τον τεχνολογικό τομέα. Ως πιθανά επενδυτικά καταφύγια σε ένα τέτοιο περιβάλλον αναφέρονται τα κρατικά ομόλογα και οι μετοχές εκτός ΗΠΑ, ενώ ήδη καταγράφεται άνοδος στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα.