Κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί: Πότε φορολογείται η μεταφορά χρημάτων και ποιες «παγίδες» κρύβονται
Τι εξετάζει η ΑΑΔΕ, πώς αντιμετωπίζονται οι μεταφορές μέσω IRIS και γιατί οι αλυσιδωτές συναλλαγές θεωρούνται υψηλού ρίσκου
Οι κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο των φορολογικών ελέγχων, με την ΑΑΔΕ να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προέλευση των χρημάτων και στη νομιμότητα των κινήσεων μεταξύ συνδικαιούχων. Η χρήση ενός κοινού λογαριασμού δεν δημιουργεί αυτόματα φορολογική υποχρέωση, ωστόσο κάθε μεταφορά που δεν δικαιολογείται επαρκώς μπορεί να θεωρηθεί δωρεά και να επιβαρυνθεί με φόρο, ανάλογα με τον βαθμό συγγένειας.
Oι λογαριασμοί παραμένουν αφορολόγητοι όταν όλοι οι συνδικαιούχοι τους χρησιμοποιούν νόμιμα και οι κινήσεις τους συμβαδίζουν με τα δηλωμένα εισοδήματα. Όταν όμως ένας συνδικαιούχος πραγματοποιεί μεταφορές που δεν δικαιολογούνται, τότε επιβάλλεται φόρος δωρεάς: 10% για α’ βαθμού συγγένειας, 20% για β’ βαθμού και 30% για μη συγγενείς. Η ύπαρξη τραπεζικής ακολουθίας –δηλαδή καθαρής διαδρομής των χρημάτων– θεωρείται απαραίτητη για την τεκμηρίωση της νομιμότητας.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν τα χρήματα καταλήγουν σε κοινό λογαριασμό του δωρεοδόχου με τρίτο πρόσωπο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η φορολογική διοίκηση εξετάζει ποιος πραγματικά διαχειρίστηκε τα χρήματα και αν προκύπτει έμμεση δωρεά προς άλλο άτομο. Αν εντοπιστεί παρατυπία, μπορεί να επιβληθεί φόρος 20% χωρίς καμία απαλλαγή.

Οι καθημερινές μικρές μεταφορές μέσω IRIS –όπως χαρτζιλίκι ή κάλυψη αναγκών παιδιών που είναι προστατευόμενα μέλη– δεν θεωρούνται δωρεές, εφόσον τα ποσά είναι περιορισμένα και συνδέονται με την καθημερινή διαβίωση. Ωστόσο, οι αλυσιδωτές μεταβιβάσεις χρημάτων μεταξύ συγγενών αποτελούν πλέον βασικό πεδίο ελέγχου. Η ΑΑΔΕ εξετάζει αν χρησιμοποιούνται ενδιάμεσα πρόσωπα για να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο από άτομα που δεν το δικαιούνται.
Στο πλαίσιο των φετινών ελέγχων, έχουν προγραμματιστεί 1.080 υποθέσεις που αφορούν γονικές παροχές και δωρεές. Οι διασταυρώσεις γίνονται μέσω myProperty και των δεδομένων που αποστέλλουν οι τράπεζες. Αν δεν επιβεβαιώνεται η συναλλαγή ή δεν προσκομίζονται τα απαραίτητα δικαιολογητικά, το αφορολόγητο δεν αναγνωρίζεται και επιβάλλεται φόρος.
H αυστηροποίηση των ελέγχων στους ιδιώτες δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη εποπτεία στους λογαριασμούς μεγάλων εταιρειών, δημιουργώντας ένα αίσθημα άνισης μεταχείρισης.