Καταδίκη της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης
Ο προσφεύγων, τότε Πρόεδρος Εφετών, ήταν υποψήφιος για προαγωγή στον Άρειο Πάγο. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποφάσισε να μην τον προαγάγει.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης Έλληνα δικαστή, καθώς έκρινε ότι η τρίμηνη προσωρινή παύση που του επιβλήθηκε υπερέβη το αναγκαίο μέτρο. Με την απόφαση Αλέξανδρος Σάββας κατά Ελλάδας, που εκδόθηκε χθες, 8 Σεπτεμβρίου, το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα ότι τα ελληνικά πειθαρχικά όργανα δεν στάθμισαν επαρκώς την ανάγκη προστασίας του κύρους της Δικαιοσύνης με το δικαίωμα του δικαστή να υπερασπιστεί την επαγγελματική του υπόληψη και να απαντήσει σε κρίσεις που τον αφορούσαν άμεσα.
Σύμφωνα με το daily.nb.org, η υπόθεση ξεκίνησε το 2018, όταν ο προσφεύγων, τότε Πρόεδρος Εφετών, ήταν υποψήφιος για προαγωγή στον Άρειο Πάγο. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποφάσισε να μην τον προαγάγει, κρίνοντας ότι, παρότι η επαγγελματική του απόδοση δεν παρουσίαζε ελλείψεις, η συμπεριφορά του απέναντι σε συναδέλφους και δικαστικούς υπαλλήλους είχε προκαλέσει προβλήματα στη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Η προσφυγή του κατά της κρίσης αυτής απορρίφθηκε από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Κατά τη διαδικασία της προαγωγής, ορισμένοι δικαστές είχαν διατυπώσει αρνητικές απόψεις για την επαγγελματική του συμπεριφορά και το έργο του. Μία δικαστής είχε αναφέρει ότι αισθανόταν «αγανάκτηση» από αποφάσεις του, άλλη ότι οι αποφάσεις του δεν εμφανίζονταν ορθές κατά τον αναιρετικό έλεγχο, ενώ τέθηκαν και ζητήματα σχετικά με τον τρόπο που χειριζόταν μειοψηφούσες γνώμες αλλά και με περιστατικό στο οποίο φερόταν να είχε συμπεριφερθεί προσβλητικά σε δικαστική υπάλληλο.
Ο ίδιος αμφισβήτησε την ακρίβεια των αναφορών αυτών. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας απέστειλε, μέσω δικαστικού επιμελητή, εξώδικες δηλώσεις σε τρεις συναδέλφους του, με κοινοποίηση και στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Σε αυτές χαρακτήριζε ορισμένες από τις αναφορές τους αόριστες, ψευδείς και συκοφαντικές, ζητούσε την ανάκλησή τους και δήλωνε ότι επιφυλάσσεται να προσφύγει στα αρμόδια ποινικά, αστικά ή άλλα θεσμικά όργανα για την προστασία του ονόματος και της ιδιότητάς του.
Η πειθαρχική διαδικασία
Οι εξώδικες δηλώσεις οδήγησαν σε προκαταρκτική εξέταση και στη συνέχεια σε πειθαρχική δίωξη για ανάρμοστη συμπεριφορά εντός και εκτός υπηρεσίας.
Σημαντικό στοιχείο της υπόθεσης αποτέλεσαν οι μαρτυρικές καταθέσεις που συλλέχθηκαν κατά την προκαταρκτική εξέταση. Οι περισσότεροι από όσους είχαν παρευρεθεί στο επίμαχο περιστατικό με τη δικαστική υπάλληλο περιέγραψαν τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος ως αυστηρή, αλλά όχι προσβλητική, ενώ δεν θυμούνταν να έχουν δει την υπάλληλο να κλαίει.
Παρά τα στοιχεία αυτά, το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Αρείου Πάγου του επέβαλε τον Απρίλιο του 2019 τρίμηνη προσωρινή παύση, θεωρώντας ότι το περιεχόμενο των εξωδίκων, ο τρόπος επίδοσής τους μέσω δικαστικού επιμελητή και η κοινοποίησή τους ήταν ασύμβατα με το δικαστικό λειτούργημα και έθιγαν τόσο το κύρος του ίδιου όσο και της Δικαιοσύνης. Η απόφαση επικυρώθηκε το 2020 από το εννεαμελές πειθαρχικό συμβούλιο.
Τι έκρινε το ΕΔΔΑ για τις επίμαχες εκφράσεις
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προσέγγισε διαφορετικά τον χαρακτήρα των δηλώσεων. Κατά το Δικαστήριο του Στρασβούργου, οι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποίησε ο προσφεύγων, παρότι έντονοι και οξείς, έμοιαζαν περισσότερο με αξιολογικές κρίσεις και διέθεταν επαρκή πραγματική βάση. Ο δικαστής είχε συγκεκριμένα στοιχεία για να αμφισβητήσει ορισμένες από τις αναφορές που είχαν γίνει σε βάρος του, μεταξύ άλλων ότι δεν είχε υπηρετήσει σε τμήμα εργατικών διαφορών, ότι η σύνταξη μειοψηφουσών γνώμων σε ορισμένες περιπτώσεις αποτελούσε πρακτική που ακολουθούσαν και άλλοι συνάδελφοί του και ότι κρίσιμες μαρτυρίες υπέρ της εκδοχής του δεν είχαν αξιολογηθεί επαρκώς από τα ελληνικά πειθαρχικά όργανα.
Το Ευρωδικαστήριο υπενθύμισε, επίσης, ότι οι δικαστές έχουν πράγματι αυξημένο καθήκον αυτοσυγκράτησης και οφείλουν να χρησιμοποιούν λόγο προσεκτικό, ακριβή και νηφάλιο, ακριβώς λόγω της θέσης τους και της ανάγκης διαφύλαξης της εμπιστοσύνης του κοινού στη Δικαιοσύνη.

Η υποχρέωση αυτή, όμως, συνυπάρχει με το δικαίωμά τους στην ελευθερία της έκφρασης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι δηλώσεις δεν αφορούσαν τον τρόπο με τον οποίο ο προσφεύγων ασκούσε τα δικαιοδοτικά του καθήκοντα, αλλά αποτελούσαν αντίδραση σε κρίσεις συναδέλφων του μέσα σε εσωτερική διαδικασία προαγωγής, οι οποίες επηρέαζαν άμεσα την επαγγελματική του φήμη και εξέλιξη.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε το Δικαστήριο και στο γεγονός ότι οι επίμαχες δηλώσεις δεν δημοσιεύθηκαν στα μέσα ενημέρωσης ούτε απευθύνθηκαν στο ευρύ κοινό. Η επίδοσή τους μέσω δικαστικού επιμελητή και η κοινοποίησή τους στον Υπουργό Δικαιοσύνης δεν αρκούσαν, κατά το ΕΔΔΑ, για να αποκτήσουν δημόσιο χαρακτήρα.
Για τον λόγο αυτό, οι ελληνικές αρχές όφειλαν να εξετάσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τον πραγματικό αντίκτυπο των εξωδίκων στη φήμη των άλλων δικαστών και στο κύρος της Δικαιοσύνης συνολικά.
Καθοριστικό ρόλο στη στάθμιση είχε και η βαρύτητα της κύρωσης. Η τρίμηνη προσωρινή παύση βρισκόταν, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, προς το αυστηρότερο άκρο των προβλεπόμενων πειθαρχικών ποινών. Ο δικαστής έχασε τις αποδοχές του για το διάστημα αυτό, ενώ η ποινή καταχωρίστηκε στον προσωπικό του φάκελο και μπορούσε να επηρεάσει τη μελλοντική επαγγελματική του εξέλιξη.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε ακόμη ότι μια τέτοια κύρωση μπορεί να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα, όχι μόνο για τον ίδιο τον προσφεύγοντα, αλλά γενικότερα για τη διάθεση ενός δικαστή να απαντήσει σε δηλώσεις που θεωρεί ότι πλήττουν την επαγγελματική του υπόληψη.
Στη στάθμιση βάρυνε και το γεγονός ότι ο προσφεύγων είχε μακρά και θετική υπηρεσιακή πορεία χωρίς προηγούμενη πειθαρχική καταδίκη, στοιχεία που τα εγχώρια όργανα ανέφεραν αλλά, κατά το ΕΔΔΑ, δεν αξιολόγησαν ουσιαστικά κατά τον καθορισμό της ποινής.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατέληξε ότι τα ελληνικά πειθαρχικά όργανα δεν παρέθεσαν συναφείς και επαρκείς λόγους για να δικαιολογήσουν την επέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης και δεν πραγματοποίησαν τη δίκαιη στάθμιση που απαιτεί το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.
Η ανάγκη προστασίας του κύρους και της αμεροληψίας της Δικαιοσύνης αποτελεί θεμιτό σκοπό, συνυπάρχει όμως με το δικαίωμα ενός δικαστικού λειτουργού να εκφράζει απόψεις και να υπερασπίζεται την επαγγελματική του φήμη, ιδίως όταν ο λόγος του διαθέτει πραγματική βάση και παραμένει εκτός δημόσιας αντιπαράθεσης.
Με αυτά τα δεδομένα, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η τρίμηνη παύση δεν ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία και διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο επιδίκασε στον προσφεύγοντα 5.211,15 ευρώ για υλική ζημία, ποσό που αντιστοιχεί στις αποδοχές που έχασε κατά την περίοδο της παύσης, καθώς και 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη. Επιπλέον, του επιδίκασε 1.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα, με το συνολικό ποσό να ανέρχεται σε 12.211,15 ευρώ
Η δήλωση του δικηγόρου Βασίλη Χειρδάρη που χειρίστηκε την υπόθεση
Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση Σάββας κατά Ελλάδας έχει σημασία που υπερβαίνει την ατομική δικαίωση του προσφεύγοντος.
Δεν αφορά ένα δικαστή. Αφορά το δικαίωμα κάθε δικαστικού λειτουργού να μην σιωπά όταν η τιμή και επαγγελματική του υπόληψη πλήττονται με ανακριβείς ισχυρισμούς, ακόμα και όταν αυτοί προέρχονται από τα ανώτατα δικαστικά όργανα. Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν προστατεύεται με τη σιωπή. Προστατεύεται όταν οι δικαστές μπορούν να εκφράζονται υπεύθυνα, τεκμηριωμένα και χωρίς τον φόβο μιας δυσανάλογης πειθαρχικής κύρωσης
Το ΕΔΔΑ υπενθυμίζει με σαφήνεια ότι οι δικαστικοί λειτουργοί, παρά τις ιδιαίτερες υποχρεώσεις αυτοσυγκράτησης και ευθύνης που απορρέουν από το λειτούργημά τους, δεν παύουν να είναι φορείς του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερία της έκφρασης.
Το Στρασβούργο έστειλε ένα σαφές μήνυμα με την απόφαση αυτή. Η προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να επιτυγχάνεται με την άκριτη πειθαρχική καταστολή της έκφρασης των ίδιων των δικαστών.
Ως δικηγόρος που χειρίστηκα την υπόθεση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό ότι η απόφαση θέτει αυστηρές απαιτήσεις αιτιολογίας και αναλογικότητας στις πειθαρχικές διαδικασίες κατά δικαστικών λειτουργών.
Η σημερινή απόφαση αποτελεί μια σημαντική συμβολή στην προστασία της ελευθερίας της έκφρασης, της δικαστικής ανεξαρτησίας και, τελικά, της ίδιας της ποιότητας της Δικαιοσύνης σε μια δημοκρατική κοινωνία. Η δικαιοσύνη που τιμωρεί τη φωνή των δικαστών, αποδυναμώνει τη δική της ύπαρξη και ανεξαρτησία…