Η νέα γενιά οικονομικών απατών: Πώς τα «250 ευρώ» γίνονται παγίδα χιλιάδων δολαρίων
Τεχνητή νοημοσύνη, κρυπτονομίσματα και εξελιγμένες μέθοδοι πλαστοπροσωπίας εκτοξεύουν τις απώλειες σε ιστορικά επίπεδα
Οι οικονομικές απάτες βρίσκονται πλέον σε ιστορικά υψηλά, με τους κυβερνοεγκληματίες να αξιοποιούν προηγμένα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για να δημιουργούν πειστικά σενάρια εξαπάτησης. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, σχεδόν τα δύο τρίτα των Αμερικανών έχουν πέσει θύματα απάτης ή γνωρίζουν κάποιον που εξαπατήθηκε τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ περισσότεροι από τους μισούς θεωρούν πιθανό ότι θα στοχοποιηθούν μέσα στον επόμενο χρόνο.
Οι οικονομικές απώλειες έχουν εκτοξευθεί. Η Federal Trade Commission καταγράφει ζημιές 16 δισ. δολαρίων για το 2025, αυξημένες κατά 25% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Οι μεγαλύτερες απώλειες προέρχονται από επενδυτικές απάτες σε κρυπτονομίσματα, που κόστισαν 7,2 δισ. δολάρια, και από απάτες που αξιοποιούν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, με ζημιές 893 εκατ. δολαρίων.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εξάπλωση του vishing, όπου οι απατεώνες αντιγράφουν με εργαλεία AI τη φωνή συγγενών ή συνεργατών, πείθοντας τα θύματα να μεταφέρουν χρήματα. Η πλαστοπροσωπία έχει γίνει τόσο πειστική ώστε οι ειδικοί τονίζουν ότι κανένα αίτημα μεταφοράς χρημάτων δεν πρέπει να εκτελείται χωρίς ανεξάρτητη επιβεβαίωση.

Οι πιο συχνές μορφές απάτης παραμένουν οι επιθέσεις phishing και smishing, που αντιστοιχούν στο 62% των περιστατικών, ενώ οι απάτες πλαστοπροσωπίας ακολουθούν με 51%. Παρά τη διαδεδομένη αντίληψη ότι οι ηλικιωμένοι κινδυνεύουν περισσότερο, οι νεότεροι κάτω των 45 ετών εμφανίζονται συχνότερα θύματα, με το 32% να δηλώνει ότι έχασε χρήματα από απατεώνες.
Η πιο διαδεδομένη μορφή απάτης στη χώρα μας αφορά επενδυτικές υποσχέσεις «γρήγορου πλουτισμού». Οι απατεώνες ζητούν αρχικό κεφάλαιο 250–300 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι μέσω κρυπτονομισμάτων μπορεί να μετατραπεί σε 50.000 ευρώ μέσα σε έξι μήνες. Όταν το θύμα ζητήσει να λάβει τα «κέρδη», του ζητείται να καταθέσει επιπλέον χρήματα για δήθεν φόρο υπεραξίας. Στη συνέχεια, η «εταιρεία», το site και οι υπεύθυνοι εξαφανίζονται.
Ένα ακόμη κρίσιμο εύρημα της έρευνας είναι ότι ένας στους τέσσερις πολίτες δεν καταγγέλλει ποτέ την απάτη. Η μη αναφορά στερεί κάθε πιθανότητα ανάκτησης χρημάτων και δυσκολεύει τον εντοπισμό των δραστών, ενώ επιτρέπει στα κυκλώματα να συνεχίζουν ανενόχλητα.