Η Μόσχα αντεπιτίθεται νομικά: Η Ρωσική Κεντρική Τράπεζα προσφεύγει κατά της ΕΕ για τα παγωμένα αποθεματικά

Η Μόσχα αντεπιτίθεται νομικά: Η Ρωσική Κεντρική Τράπεζα προσφεύγει κατά της ΕΕ για τα παγωμένα αποθεματικά
66 / 100 SEO Score

Στο Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ η διαμάχη για τα 210 δισ. ευρώ ρωσικών κρατικών κεφαλαίων, με τη Ρωσία να καταγγέλλει παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων και την Ευρώπη να επιμένει στη διατήρηση των κυρώσεων.

Η κεντρική τράπεζα της Ρωσίας άνοιξε νέο μέτωπο στη σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, προσφεύγοντας στο Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ στο Λουξεμβούργο για να ακυρώσει τον κανονισμό που απαγορεύει επ’ αόριστον τη μετακίνηση των συναλλαγματικών της αποθεμάτων. Η Μόσχα υποστηρίζει ότι η απόφαση του Συμβουλίου δεσμεύει παράνομα τα περιουσιακά της στοιχεία, την ώρα που η ΕΕ επιδιώκει να διασφαλίσει ότι τα ρωσικά κεφάλαια θα παραμείνουν παγωμένα όσο συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία.

Η προσφυγή, κατατεθειμένη στις 27 Φεβρουαρίου 2026, αφορά τον Κανονισμό 2025/2600, ο οποίος εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 ως «έκτακτο μέτρο» για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της ρωσικής εισβολής. Ο κανονισμός απαγορεύει κάθε άμεση ή έμμεση μεταβίβαση των ρωσικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων εντός της ΕΕ, τα οποία ανέρχονται σε περίπου 210 δισ. ευρώ, μεγάλο μέρος των οποίων βρίσκεται στο Βέλγιο.

Η Τράπεζα της Ρωσίας υποστηρίζει ότι η απαγόρευση παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα, όπως την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, την προστασία της ιδιοκτησίας και την κρατική ασυλία, ενώ εμποδίζει ακόμη και την εκτέλεση δικαστικών ή διαιτητικών αποφάσεων. Παράλληλα, κατηγορεί το Συμβούλιο ότι ενέκρινε τον κανονισμό με πλειοψηφία αντί ομοφωνίας, παρακάμπτοντας –κατά την άποψή της– τις απαιτήσεις του άρθρου 215 της Συνθήκης, που χρησιμοποιείται για την επιβολή κυρώσεων.

Για τις Βρυξέλλες, η διατήρηση των παγωμένων ρωσικών κεφαλαίων αποτελεί κρίσιμο εργαλείο πίεσης και μέτρο προστασίας από οικονομικούς και νομικούς κινδύνους. Για τη Μόσχα, η υπόθεση εξελίσσεται σε σύγκρουση αρχών, με την προσφυγή να επιχειρεί να αμφισβητήσει όχι μόνο τη νομιμότητα των κυρώσεων, αλλά και την ικανότητα της ΕΕ να επεκτείνει τα νομικά της εργαλεία σε ένα περιβάλλον όπου η πολιτική συνοχή δοκιμάζεται.

ΠΗΓΗ