Η Binance «ψηφίζει» Ελλάδα για ευρωπαϊκή έδρα…
Η Binance επιλέγει την Ελλάδα ως στρατηγική βάση για την ευρωπαϊκή της επέκταση, με τον συνδιευθύνοντα σύμβουλο Richard Teng να τονίζει ότι το ανθρώπινο δυναμικό, το επίπεδο ασφάλειας και το κοινωνικό περιβάλλον της χώρας προσφέρουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι μεγαλύτερων χρηματοοικονομικών κέντρων. Η εταιρεία υπέβαλε αίτηση για άδεια λειτουργίας βάσει του κανονισμού MiCA, την οποία όλες οι πλατφόρμες κρυπτονομισμάτων θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει έως τον Ιούλιο του 2026 για να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται στην Ε.Ε.
Η επιλογή της Ελλάδας θεωρείται ασυνήθιστη, καθώς η χώρα δεν έχει εκδώσει ακόμη καμία άδεια MiCA, σε αντίθεση με τη Γερμανία και την Ολλανδία που έχουν ήδη δεκάδες. Παρ’ όλα αυτά, η Binance εκτιμά ότι η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει σταθερή βάση για την ευρωπαϊκή της παρουσία, ενώ ο Teng δηλώνει ότι στόχος του είναι να μετατρέψει την εταιρεία στην «πιο ρυθμιζόμενη» πλατφόρμα κρυπτονομισμάτων παγκοσμίως.
Η εταιρεία εξακολουθεί να κουβαλάει το βάρος των σκανδάλων της προηγούμενης διοίκησης. Ο ιδρυτής της, Changpeng Zhao, καταδικάστηκε για παραβίαση της αμερικανικής νομοθεσίας περί ξεπλύματος χρήματος, ενώ πρόσφατα δημοσιεύματα έφεραν στο φως εσωτερικά ευρήματα για ύποπτες μεταφορές κρυπτονομισμάτων με Ιρανούς και Ρώσους παράγοντες. Ο Teng απέρριψε τα δημοσιεύματα ως παραπλανητικά, υποστηρίζοντας ότι οι εμπλεκόμενοι εργαζόμενοι απολύθηκαν για παραβίαση πολιτικών διαχείρισης δεδομένων και όχι επειδή αποκάλυψαν παράνομες συναλλαγές.
Παρά τις αναταράξεις, η Binance παραμένει ο μεγαλύτερος πάροχος ανταλλαγής κρυπτονομισμάτων παγκοσμίως, με 300 εκατ. χρήστες και 44 δισ. δολάρια σε bitcoin στα πορτοφόλια πελατών της. Η αγορά των crypto, ωστόσο, έχει περάσει έντονη μεταβλητότητα, με το bitcoin να υποχωρεί περίπου 50% από το ιστορικό υψηλό του. Η εταιρεία διέθεσε 1 δισ. δολάρια από ταμείο έκτακτης ανάγκης για να στηρίξει την αγορά, ενώ ο Teng επιμένει ότι το «έξυπνο χρήμα» –οι θεσμικοί επενδυτές– παραμένει ενεργό.
Η απόφαση της Binance να «ριζώσει» στην Ελλάδα αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και πρόκληση για τη χώρα: από τη μία πλευρά ενισχύει το προφίλ της ως τεχνολογικού κόμβου, από την άλλη απαιτεί ισχυρούς μηχανισμούς εποπτείας σε έναν κλάδο που έχει αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει στα όρια της νομιμότητας.