Η αόρατη κρίση της ελληνικής οικονομίας: Πίσω από τα πλεονάσματα, ένα βουνό ιδιωτικού χρέους
Η πραγματική εικόνα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων
Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας το 2026 παρουσιάζει δύο εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες. Από τη μία πλευρά, οι αγορές, οι οίκοι αξιολόγησης και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί βλέπουν μια χώρα που καταγράφει σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα, υπεραποδίδει στα φορολογικά έσοδα και μειώνει το δημόσιο χρέος της ταχύτερα από πολλές άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Από την άλλη, πίσω από τα υπουργικά γραφεία και τους επίσημους δείκτες, νοικοκυριά και επιχειρήσεις συνεχίζουν να ασφυκτιούν κάτω από το βάρος ενός διογκούμενου ιδιωτικού χρέους.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την ΑΑΔΕ έχουν φτάσει τα 114,5 δισ. ευρώ, ενώ τα χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία αγγίζουν τα 51,8 δισ. ευρώ. Συνολικά, οι υποχρεώσεις προς το κράτος και τα ταμεία ανέρχονται σε περίπου 166 δισ. ευρώ, με 4,8 εκατομμύρια φορολογούμενους και πάνω από 2 εκατομμύρια ασφαλισμένους να εμφανίζονται με οφειλές. Η έκταση του προβλήματος ξεπερνά πλέον την εικόνα μιας μικρής μειοψηφίας σε δυσκολία και αγγίζει τον πυρήνα της οικονομικής δραστηριότητας.
Παράλληλα, η τραπεζική εικόνα δείχνει μια ακόμη αντίφαση. Οι τράπεζες έχουν καθαρίσει τους ισολογισμούς τους από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, όμως το πρόβλημα δεν εξαφανίστηκε· απλώς μεταφέρθηκε. Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων έχουν σήμερα στα χέρια τους χαρτοφυλάκια ύψους 81,6 δισ. ευρώ, εκ των οποίων σχεδόν το 90% παραμένει μη εξυπηρετούμενο. Με τόκους και προσαυξήσεις, το συνολικό απόθεμα προβληματικών δανείων προσεγγίζει τα 103 δισ. ευρώ, αποδεικνύοντας ότι το βάρος εξακολουθεί να το σηκώνει η πραγματική οικονομία.
Την ίδια στιγμή, η ρευστότητα των τραπεζών δεν μεταφράζεται σε χρηματοδότηση. Παρά την υψηλή κερδοφορία και την ισχυρή κεφαλαιακή τους θέση, οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν έναν από τους χαμηλότερους δείκτες δανείων προς καταθέσεις στην ευρωζώνη. Οι μικρές επιχειρήσεις εξακολουθούν να δυσκολεύονται να δανειστούν, οι ελεύθεροι επαγγελματίες παραμένουν αποκλεισμένοι από μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης και η στεγαστική πίστη δεν ανταποκρίνεται στο μέγεθος της στεγαστικής κρίσης.
Η πίεση στα νοικοκυριά αποτυπώνεται και στα στοιχεία της Eurostat: πάνω από το 42% των Ελλήνων εμφανίζει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις σε στεγαστικά δάνεια, ενοίκια ή λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται κάτω από το 10%. Η αγοραστική δύναμη παραμένει από τις χαμηλότερες στην ΕΕ, ενώ το κόστος στέγασης, ενέργειας και βασικών αγαθών απορροφά μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.
Το παράδοξο της ελληνικής οικονομίας είναι ότι η ανάπτυξη των τελευταίων ετών – βασισμένη κυρίως στην κατανάλωση, τον τουρισμό και τις δημόσιες επενδύσεις – δεν συνοδεύεται από ουσιαστική απομόχλευση. Αντίθετα, το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται, δημιουργώντας μια «αόρατη κρίση» που δεν αποτυπώνεται στους δημοσιονομικούς δείκτες, αλλά καθορίζει την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών.