Γιώργος Βάμβουκας: Μη βιώσιμο το Δημόσιο Χρέος

Γιώργος Βάμβουκας: Μη βιώσιμο το Δημόσιο Χρέος
68 / 100 SEO Score

Μη βιώσιμο το Δημόσιο Χρέος

Η Ελλάδα έχει χρεοκοπήσει πέντε φορές, ήτοι τα έτη 1827, 1843, 1893, 1932 και 2010. Αν και το 1827 η Ελλάδα δεν είχε ακόμα αναγνωριστεί με κάποια διεθνή Συνθήκη ως ανεξάρτητο και ελεύθερο κράτος από την παγκόσμια κοινότητα των εθνών, εντούτοις ο Καποδίστριας και οι μετέπειτα πολιτικές ηγεσίες είχαν αναγνωρίσει το γιγαντιαίο εξωτερικό χρέος των 2.800.000 λιρών στερλινών προς την Αγγλία. Ως γνωστόν, η Ελλάδα με το Πρωτόκολλο (Συνθήκη) του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου του 1830 αναγνωρίστηκε ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος, έχοντας γεωγραφική έκταση 47.516 τετραγωνικών χιλιομέτρων και πληθυσμό περίπου 750.000 κατοίκους.

Του Καθηγητή Γιώργου Βάμβουκα

Όλες οι Πτωχεύσεις της Ελλάδας οφείλονται στο καθοριστικής σημασίας γεγονός, ότι, οι κυβερνήσεις δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις δυσβάστακτες δαπάνες τοκοχρεολυσίων για την εξυπηρέτηση του εξωτερικού της χρέους. Δηλαδή, η Ελλάδα εκδήλωνε αδυναμία εξυπηρέτησης του πελώριου εξωτερικού χρέους, με δραματικό επακόλουθο την εξώθησή της σε εξαναγκαστικές χρεοκοπίες.

Το δημόσιο χρέος είναι ένα πολύπλοκο μακροοικονομικό μέγεθος, καθότι από τεχνοκρατικής άποψης υπάρχουν αρκετές μέθοδοι υπολογισμού του. Στη συνέχεια θα χρησιμοποιήσουμε την έννοια του χρέους της κεντρικής διοίκησης. Τα δύο κουρέματα του δημοσίου χρέους της τάξης των 138 δισεκ. ευρώ του Φεβρουαρίου και Δεκεμβρίου του 2012 έγιναν με βάση το χρέος της κεντρικής διοίκησης.

Το εξωτερικό και το εσωτερικό δημόσιο χρέος συνθέτουν το συνολικό δημόσιο χρέος μιας χώρας. Άρα, στην προκειμένη περίπτωση έχουμε εξωτερικό και εσωτερικό δημόσιο χρέος της κεντρικής διοίκησης. Με βάση τα στοιχεία του πίνακα 1, το έτος 2009 παραμονές χρεοκοπίας της Ελλάδας, το συνολικό δημόσιο χρέος της κεντρικής διοίκησης ήταν 298,5 δισεκ. ευρώ και αντιπροσώπευε το 127,4% του ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν). Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας, εκ των 298,5 τα 226,5 δισεκ. ευρώ ήταν εξωτερικό δημόσιο χρέος.

Τα στοιχεία του πίνακα 1 απεικονίζουν την εξέλιξη του χρέους της κεντρικής διοίκησης κατά την περίοδο 2007-2025. Αν και την περίοδο 2020-2025 το κρατικό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ από 222,6% εκτιμάται ότι μειώθηκε σε 164,0%, εντούτοις το δημόσιο χρέος της Ελλάδας εξακολουθεί να είναι μη βιώσιμο. Το δημόσιο χρέος μιας χώρας χαρακτηρίζεται μη βιώσιμο, όταν η χώρα αυτή δεν δύναται με τις δικές της οικονομικές δυνάμεις να το εξυπηρετεί.

Οι κυβερνήσεις συλλέγουν έσοδα από άμεσους και έμμεσους φόρους, τέλη, παράβολα, κ.ο.κ., και με τους πόρους αυτούς χρηματοδοτούν τις κρατικές δαπάνες, όπως είναι οι δαπάνες μισθών, συντάξεων, τοκοχρεολυσίων, υγείας, παιδείας, εθνικής άμυνας, κ.λπ. Για το έτος 2025 το σύνολο των εσόδων και των δαπανών της γενικής κυβέρνησης εκτιμώνται αντίστοιχα σε 126,7 και 122,5 δισεκ. ευρώ. Στις δαπάνες των 122,5 δισεκ. ευρώ περιλαμβάνονται δαπάνες τόκων περί των 10 δισεκ. ευρώ και άρα δεν συνυπολογίζονται οι δαπάνες χρεολυσίων. Αν στις κρατικές δαπάνες συμπεριλαμβάνονταν και τα χρεολύσια, τότε οι συνολικές δαπάνες της γενικής κυβέρνησης του έτους 2025 θα υπερέβαιναν τα 140 δισεκ. ευρώ.

Λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω ανάλυση, συνάγεται ότι τρεις είναι οι βασικοί λόγοι που το δημόσιο χρέος της Ελλάδας εξακολουθεί να μην είναι βιώσιμο:

1) Το δημόσιο χρέος της κεντρικής διοίκησης το 2025 εκτιμάται σε 407 δισεκ. ευρώ. Εκ των 407 ποσό της τάξης των 73 δισεκ. ευρώ λήγει σε χρονική περίοδο μικρότερη των 12 μηνών. Αν στο ποσό αυτό προστεθούν ετήσιες δαπάνες τόκων περί των 10 δισεκ. ευρώ, συνάγεται ότι ο κρατικός προϋπολογισμός είναι αδύνατον να ανταποκρινόταν σε δαπάνες τοκοχρεολυσίων περί των 83 δισεκ. ευρώ σε χρονική περίοδο μόλις ενός έτους. Το 2025 το σύνολο των κρατικών δαπανών υπολογίζεται σε 122,5 δις ευρώ, εκ των οποίων μόνο οι δαπάνες μισθών και συντάξεων προσδιορίζονται σε 56 δισεκ. ευρώ.

2) Η Ελλάδα αναγνώρισε την χρεοκοπία της αρχές του 2010. Την περίοδο 2009-2025, το δημόσιο χρέος της κεντρικής διοίκησης ως ποσοστό του ΑΕΠ από 127,4% αυξήθηκε σε 164,1%. Την περίοδο αυτή το απόλυτο μέγεθος του δημοσίου χρέους από 298,5 διογκώθηκε σε 407,0 δισεκ. ευρώ, καταδεικνύοντας ότι το χρέος εξακολουθεί να έχει ανεξέλεγκτη ανοδική δυναμική πορεία.

3) Τα στοιχεία του πίνακα 2 δείχνουν ότι την περίοδο 2008-2025, το πραγματικό ΑΕΠ από 237,3 συρρικνώθηκε σε 204,4 δισεκ. ευρώ, που μεταφράζεται σε αρνητική αναπτυξιακή επίδοση -13,9%. Δηλαδή, την κρίσιμη περίοδο 2008-2025, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, τόσο ως απόλυτο μέγεθος όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ, αυξήθηκε σε συνθήκες ελάττωσης του πραγματικού ΑΕΠ. Αυτή η καίριας σημασίας στατιστική διαπίστωση καταδεικνύει ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι μη βιώσιμο.

Η Ελλάδα πισωγύρισε 22 ολόκληρα χρόνια

Οι αναπτυξιακές επιδόσεις μιας χώρας προσδιορίζονται από τη διαχρονική τάση του πραγματικού της ΑΕΠ. Το πραγματικό ΑΕΠ αποκαλείται επίσης ΑΕΠ σε σταθερές τιμές. Οι εξοντωτικές μνημονιακές κοινωνικοοικονομικές πολιτικές σε συνδυασμό με την καταφανή κυβερνητική ανικανότητα, συνετέλεσαν ώστε το πραγματικό ΑΕΠ της περιόδου 2008-2025 από 237,3 να ελαττωθεί σε 204,4 δισεκ. ευρώ. Με κριτήριο τα στοιχεία του πίνακα 2, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας το 2003 ανερχόταν σε 202,2 δισεκ. ευρώ, περίπου όσο και το 2025, που σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία πισωγύρισε 22 ολόκληρα έτη.

Κατά τη διάρκεια της αναπτυξιακής διαδικασίας αυξάνονται οι πραγματικοί μισθοί των εργαζομένων, οι συντάξεις και τα καθαρά κέρδη των επιχειρήσεων. Πετυχημένη θεωρείται η αναπτυξιακή πολιτική που συντελεί στην άνοδο της οικονομικής ευημερίας των πολιτών. Ωστόσο, η διατηρησιμότητα της αναπτυξιακής διαδικασίας και κατά προέκταση η επίτευξη της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, προϋποθέτουν την διαχρονική αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας του οικονομικού συστήματος.

Η προαγωγή της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας προαπαιτεί την πάταξη των εκτεταμένων φαινομένων διαφθοράς στον κρατικό μηχανισμό και το τραπεζικό σύστημα. Η παγκόσμια οικονομική ιστορία διδάσκει, ότι, η διαφθορά του πολιτικοοικονομικού συστήματος κυβερνητικής εξουσίας συνιστά αιτιώδη παράγοντα οπισθοδρόμησης της εγχώριας οικονομίας. Σε χώρες που κυριαρχεί η ασυδοσία των ισχυρών, το μεγαλύτερο μέρος του εθνικού εισοδήματος οικειοποιείται από τους πολιτικούς και επιχειρηματικούς κύκλους που κινούν τα νήματα της διαφθοράς. Πίσω από κάθε προσοδοφόρα παράνομη παραοικονομική δραστηριότητα, όπως σφετερισμός δημοσίου χρήματος με νομιμοφανείς πρακτικές, λαθρεμπόριο καυσίμων, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, παράνομη αρπαγή κοινοτικών πόρων (ΟΠΕΚΕΠΕ), κ.ο.κ., κρύβονται κυκλώματα κυβερνητικής-κρατικής-δικαστικής-τραπεζικής εξουσίας που διαπλέκονται με πανίσχυρους κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες.