Γιατί οι λογαριασμοί ρεύματος στην Ελλάδα παραμένουν «φουσκωμένοι» παρά τη διεθνή αποκλιμάκωση…
Ο συνδυασμός φόρων, ρυθμιζόμενων χρεώσεων και του μοντέλου τιμολόγησης κρατά ψηλά το κόστος για τα νοικοκυριά
Παρά τη συχνή αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών ενέργειας, τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να βλέπουν υπέρογκους λογαριασμούς ρεύματος. Η αιτία δεν εντοπίζεται μόνο στην τιμή της κιλοβατώρας, αλλά σε ένα πολυεπίπεδο σύστημα όπου κράτος, ρυθμιστικές αρχές και ενεργειακοί όμιλοι μεταφέρουν το κόστος της ενεργειακής μετάβασης απευθείας στον καταναλωτή.
Το κράτος αξιοποιεί τον λογαριασμό ρεύματος ως βασικό εισπρακτικό μηχανισμό. Πέρα από τον ΦΠΑ, οι πολίτες επιβαρύνονται με τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και το τέλος ΔΕΤΕ, ενώ ο ΦΠΑ υπολογίζεται πάνω σε όλες τις χρεώσεις, δημιουργώντας φαινόμενο διπλής φορολόγησης. Παράλληλα, οι αυξημένοι φόροι άνθρακα για τα ορυκτά καύσιμα μεταφέρονται αυτούσιοι στη λιανική τιμή.
Σημαντικό βάρος προέρχεται και από τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις που εγκρίνει η ΡΑΕ. Οι ΥΚΩ χρηματοδοτούν το φθηνότερο ρεύμα στα νησιά και τα κοινωνικά τιμολόγια, το ΕΤΜΕΑΡ συνεχίζει να επιδοτεί παλαιότερα έργα ΑΠΕ με εγγυημένες τιμές, ενώ τα κόστη δικτύων καλύπτουν τις μεγάλες επενδύσεις σε διασυνδέσεις και αναβαθμίσεις. Πρόκειται για χρεώσεις που ο καταναλωτής δεν μπορεί να αποφύγει, ανεξάρτητα από τον πάροχο.

Την ίδια στιγμή, το μοντέλο λειτουργίας της αγοράς ενέργειας επιτρέπει στους ομίλους να τιμολογούν με βάση την ακριβότερη μονάδα παραγωγής. Έτσι, ακόμη και όταν μεγάλο μέρος της ενέργειας προέρχεται από φθηνές ΑΠΕ, η τελική τιμή καθορίζεται από το φυσικό αέριο, οδηγώντας σε υπερκέρδη για τους παραγωγούς και υψηλές χρεώσεις για τους πολίτες.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται ξεκάθαρα σε έναν λογαριασμό 200 ευρώ: περίπου τα μισά χρήματα αφορούν τέλη και φόρους, όχι την πραγματική κατανάλωση. Η ενεργειακή ακρίβεια στην Ελλάδα έχει πλέον δομικά χαρακτηριστικά. Όσο το σύστημα παραμένει εξαρτημένο από την οριακή τιμή και οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις αυξάνονται για να χρηματοδοτήσουν τις υποδομές του μέλλοντος, τα νοικοκυριά θα συνεχίσουν να σηκώνουν το βάρος μιας μετάβασης που αποδεικνύεται ιδιαίτερα απαιτητική για τον μέσο οικογενειακό προϋπολογισμό.