Φορολογικά κίνητρα στους δήμους για κοινωνικές κατοικίες
Το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας εισάγει ένα σύνολο φορολογικών κινήτρων για δήμους, περιφέρειες και μη κερδοσκοπικούς φορείς, με στόχο την ενίσχυση των προγραμμάτων κοινωνικής κατοικίας.
Στο πλαίσιο της «Εθνικής Στρατηγικής για τη Στεγαστική Πολιτική 2026–2035», η τοπική αυτοδιοίκηση αποκτά κεντρικό ρόλο στην αξιοποίηση ακινήτων που παραμένουν αναξιοποίητα, ώστε να αυξηθεί η προσφορά κατοικιών για κοινωνική μίσθωση.
Σύμφωνα με το άρθρο 53, το εισόδημα που προκύπτει από εκμίσθωση ή υπεκμίσθωση ακινήτων ενταγμένων σε προγράμματα κοινωνικής μίσθωσης απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος για όσο διάστημα διαρκεί η μίσθωση. Η διάταξη στοχεύει να ενθαρρύνει τους φορείς της αυτοδιοίκησης να αξιοποιήσουν κτίρια που σήμερα παραμένουν ανενεργά, δημιουργώντας νέες κατοικίες για ευάλωτες ομάδες.
Κομβικό σημείο του νομοσχεδίου αποτελεί η δυνατότητα αλλαγής χρήσης υφιστάμενων κτιρίων. Το άρθρο 55 επιτρέπει τη μετατροπή παλαιών επαγγελματικών ή άλλων κτιρίων σε κατοικίες, ακόμη και σε περιοχές όπου οι ισχύουσες χρήσεις γης δεν προβλέπουν κατοικία. Η αλλαγή χρήσης μπορεί να γίνει μία φορά και αφορά αποκλειστικά το υφιστάμενο κέλυφος, χωρίς αύξηση όγκου ή δόμησης. Η ρύθμιση καλύπτει τόσο ακίνητα εντός σχεδίου όσο και εκτός, με διαφορετικές προϋποθέσεις ανά κατηγορία.
Για την έγκριση αλλαγής χρήσης απαιτείται θετική γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής και καταβολή ειδικού ανταποδοτικού τέλους ίσου με το 5% της αντικειμενικής αξίας της γης που αντιστοιχεί στο ακίνητο. Το τέλος αυτό αποτελεί νέα πηγή εσόδων για το κράτος και εντάσσεται στο πλαίσιο των διαδικασιών έκδοσης οικοδομικής άδειας.
Παρά τις νέες δυνατότητες, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο οι δήμοι είναι έτοιμοι να ανταποκριθούν. Σύμφωνα με ανάλυση της BluPeak Estate Analytics, μόλις το 25% των δημοτικών ακινήτων μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα. Το 40% απαιτεί τεχνική, διοικητική ή νομική ωρίμανση, ενώ το 35% παρουσιάζει σοβαρές εκκρεμότητες ή ελλιπή στοιχεία. Η εικόνα δείχνει ότι η ύπαρξη ακινήτου δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι είναι διαθέσιμο ή κατάλληλο για αξιοποίηση.
Η ανάλυση επισημαίνει επίσης ασυνέπειες μεταξύ δηλώσεων στο Κτηματολόγιο και στο Ε9, καθώς και έλλειψη ενιαίων βάσεων δεδομένων εντός των ίδιων δήμων. Τα ευρήματα αναδεικνύουν τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει η αυτοδιοίκηση στην εφαρμογή του νέου πλαισίου, σε μια περίοδο όπου η στεγαστική κρίση βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.