Fieratex: Μετά την πτώχευση έρχεται το σφυρί για τη μονάδα στο Κιλκίς

Fieratex: Μετά την πτώχευση έρχεται το σφυρί για τη μονάδα στο Κιλκίς
68 / 100 SEO Score

Ήταν ένα ακόμη βαρύ λουκέτο που ήρθε να προστεθεί σε σειρά άλλων, στον πολύπαθο κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας, που κάποτε αποτελούσε πυλώνα ανάπτυξης και απασχόλησης, αλλά στη συνέχεια αποδεκατίστηκε, πληρώνοντας τις συνέπειες των διαδοχικών κρίσεων. Ο λόγος για την Fieratex της οικογένειας Ανεζουλάκη, μια από τις πλέον ισχυρές επιχειρήσεις στον κλάδο, με παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας και σχεδόν αποκλειστικά εξαγωγικό προσανατολισμό.

Παρά ταύτα, «λύγισε» και αυτή, καταθέτοντας πέρυσι αίτηση πτώχευσης. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς, με την απόφασή του στις 11 Μαρτίου 2025 κήρυξε την εταιρεία σε κατάσταση πτώχευσης ορίζοντας ως ημερομηνία παύσεως των πληρωμών την 10η Ιουλίου 2024.

Ο πλειστηριασμός

Όπως αποκαλύπτει το newmoney, έρχεται ως φυσικό επακόλουθο ο πλειστηριασμός της μονάδας στο Κιλκίς, ο οποίος έχει προγραμματιστεί για τις 21 Ιανουαρίου 2026, -εκτός εάν μέχρι τότε υπάρξει αναστολή-, με επισπεύδουσα την Alpha Bank.

Η συνολική επιφάνεια των παραπάνω κυρίων χώρων ανέρχεται σε 32.464,31 τ.μ.

Η τιμή πρώτης προσφοράς για όλα τα παραπάνω ως βιομηχανικό συγκρότημα έχει οριστεί σε 5.540.000 ευρώ.

πλειστηριασμοι1

Η άνοδος, η εμπλοκή με το μετοχή και η πτώχευση

Η Fieratex ιδρύθηκε το 1988 από την οικογένεια Ανεζουλάκη και στην πορεία εξελίχθηκε σε ηγέτιδα δύναμη στο χώρο της κλωστοϋφαντουργίας, με τον όμιλο να αριθμεί αρκετές εταιρείες απασχολώντας, στις εποχές της δόξας του, πάνω από 2000 εργαζομένους.

Η Fieratex διακρινόταν για την υψηλή ποιότητα των υφασμάτων της καθώς και των έτοιμων ενδυμάτων τα οποία παρήγαγε, με το μεγαλύτερο ποσοστό τους να κατευθύνεται σε εξαγωγές.

Έτσι κατάφερε να ξεπεράσει τους κλυδωνισμούς της δεκαετίας του ’90, αλλά σε μεγάλο βαθμό και την μακρά περιπέτεια της οικονομικής κρίσης από το 2008 και μετά.

Ωστόσο, ως εισηγμένη, ενεπλάκη σε μια άλλη περιπέτεια, αυτή του “κραχ του Χρηματιστηρίου”, το 1999. Εκείνη την εποχή η εταιρεία ήταν ανάμεσα σε όσες κατηγορήθηκαν χειραγώγηση της τιμής της μετοχής της, με την υπόθεση να φτάνει στα δικαστήριο. Μετά από πολυετείς δικαστικές διαμάχες οι κατηγορούμενοι τόσο για τη Fieratex, όσο και για τις άλλες εταιρείες αθωώθηκαν.

Η εταιρεία συνέχισε την πορεία της φτάνοντας, τη δεκαετία του 2000, να κάνει ετήσιες πωλήσεις άνω των 35 εκατ. ευρώ.

Στη συνέχεια όμως και κυρίως από το 2020, ήρθε αντιμέτωπη με την τριπλή κρίση (πανδημία-ενεργειακή κρίση-πόλεμος στην Ουκρανία), που την οδήγησε σε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Σύμφωνα με τα τελευταία δημοσιευμένα αποτελέσματα για τη χρήση του 2023, ο κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε σε 18,92 εκατ. ευρώ, (έναντι 25,9 εκατ. το 2022), με τις ζημίες της χρήσης να φτάνουν τα 5,37 εκατ. ευρώ και τις συσσωρευμένες τα 17,1 εκατ. ευρώ, ενώ οι υποχρεώσεις ανέρχονταν σε 12,64 εκατ. ευρώ.

Η διοίκηση της εταιρείας επιχείρησε να βρει λύση μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά «το 2022 η εταιρεία είχε προσηλωθεί στην παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας και εφάρμοζε στρατηγική εξωστρέφειας με αποτέλεσμα την είσοδό της σε νέες αγορές και την αύξηση του κύκλου εργασιών και των κερδών της, το οποίο όμως λόγω της κατακόρυφης αύξησης του κόστους παραγωγής και της μειωμένης ζήτησης λόγω πληθωρισμού στις περισσότερες αγορές, αλλά και λόγω των αλλαγών στην καταναλωτική συμπεριφορά δεν άργησε να αλλάξει φέρνοντας σημαντική μείωση των κερδών της, γεγονός που είχε ως επακόλουθο οι συνολικές οφειλές έναντι τρίτων να πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική πρόοδο και πλέον να αδυνατεί να ανταποκριθεί σε αυτές».

Περαιτέρω, για τη χρήση 2023 τονιζόταν ότι επηρεάστηκε από τις συνεχόμενες κρίσεις και τις αρνητικές τους επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. «Στην αγορά κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, εσωτερικού και εξωτερικού υπήρξαν εμπορικές πιέσεις σε επίπεδα τιμών πρώτων υλών και ενέργειας που επηρέασαν κύκλο εργασιών και την κερδοφορία. Η έναρξη της χρονιάς 2024, κατά το πρώτο τρίμηνο, δεν έδειξε σημάδια βελτίωσης, αντιθέτως μάλιστα οι προοπτικές με βάση τις δειγματικές παραγγελίες των πελατών άφησαν απαισιόδοξα μηνύματα για την αύξηση του κύκλου εργασιών για τους επόμενους μήνες».

Έτσι, σύμφωνα με τη διοίκηση, παρά τις προσπάθειες τις δικές της και του προσωπικού «η περαιτέρω μείωση των πωλήσεων και του βαθμού απασχόλησης του παραγωγικού εξοπλισμού της εταιρείας, σε συνδυασμό με την άρνηση των συνεργαζόμενων τραπεζών για νέες χρηματοδοτήσεις ή / και ρύθμιση των δανειακών υποχρεώσεων, είχαν σαν αποτέλεσμα τον δραματικό περιορισμό της ρευστότητας, που με την σειρά του δημιούργησε υπερημέριες στις υποχρεώσεις της εταιρείας».

Στο τέλος Ιουνίου του 2024 υπήρχαν υποχρεώσεις προς τον ΕΦΚΑ, συνολικά 821.662 ευρώ, εκ των οποίων ληξιπρόθεσμη 795.641 ευρώ, προς τις τράπεζες, συνολικά 5.145.000 ευρώ, εκ των οποίων ληξιπρόθεσμη 1.922.000 ευρώ και προς το Δημόσιο συνολικά 458.913 ευρώ εκ των οποίων ληξιπρόθεσμα 234.253 ευρώ.

Έκτοτε τα πράγματα χειροτέρεψαν, και όπως αναφερόταν στην αίτηση πτώχευσης «η εταιρεία έχει περιέλθει σε μια κατάσταση γενικής αδυναμίας πληρωμών χωρίς δυνατότητα ανάκαμψης», ενώ γινόταν λόγος για «προσπάθειες επί μακρόν να έρθει σε συνεννόηση με τους πιστωτές της είτε για υπαγωγή σε καθεστώς εξυγίανσης είτε για την εύρεση θεσμικού επενδυτή, οι οποίες δεν έγιναν αποδεκτές».

Από την άλλη, υπάρχουν και απόψεις που καταλογίζουν λάθη στρατηγικής και άστοχες επιλογές.

Κάπως έτσι, πάντως, πέφτουν οι τίτλοι τέλους για ένα ακόμη «βαρύ όνομα» της βιομηχανίας…

ΠΗΓΗ-ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ