Ευρωδικαστήριο: Η τράπεζα υποχρεούται να επιστρέφει άμεσα ποσά από μη εγκεκριμένες συναλλαγές
Η τράπεζα υποχρεούται να επιστρέφει άμεσα τα ποσά μη εγκεκριμένων συναλλαγών, ακόμη και όταν επικαλείται βαριά αμέλεια του πελάτη
Σημαντικές διευκρινίσεις για τα δικαιώματα των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών και τις υποχρεώσεις των τραπεζών προκύπτουν από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Αθανασίου Ράντου, σε υπόθεση ηλεκτρονικής απάτης που απασχόλησε τα πολωνικά δικαστήρια.
Η υπόθεση αφορά πελάτισσα πολωνικής τράπεζας, η οποία εξαπατήθηκε μέσω τεχνικής ηλεκτρονικού ψαρέματος. Τρίτος εμφανίσθηκε σε πλατφόρμα δημοπρασιών ως υποτιθέμενος αγοραστής και της απέστειλε σύνδεσμο που μιμούνταν την επίσημη ιστοσελίδα της τράπεζάς της. Η πελάτισσα, θεωρώντας ότι συνδέεται στο πραγματικό περιβάλλον της τράπεζας, εισήγαγε τους προσωπικούς της κωδικούς, επιτρέποντας στον δράστη να αποκτήσει πρόσβαση και να πραγματοποιήσει μη εγκεκριμένη συναλλαγή από τον λογαριασμό της.
Την επόμενη ημέρα, η πελάτισσα ενημέρωσε την τράπεζα για το περιστατικό. Η τράπεζα, ωστόσο, αρνήθηκε να επιστρέψει το ποσό, υποστηρίζοντας ότι η ίδια είχε επιδείξει βαριά αμέλεια, καθώς αποκάλυψε τα τραπεζικά της στοιχεία. Η διαφορά οδηγήθηκε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία ζήτησαν από το Δικαστήριο της ΕΕ να αποσαφηνίσει αν η τράπεζα μπορεί να αρνηθεί την άμεση επιστροφή χρημάτων επικαλούμενη βαριά αμέλεια του πελάτη.
Σύμφωνα με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, το ευρωπαϊκό δίκαιο επιβάλλει στις τράπεζες την άμεση επιστροφή του ποσού κάθε μη εγκεκριμένης συναλλαγής. Η μόνη εξαίρεση αφορά περιπτώσεις όπου υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες απάτης εκ μέρους του πελάτη, τις οποίες η τράπεζα οφείλει να γνωστοποιήσει εγγράφως στις αρμόδιες αρχές. Καμία άλλη εξαίρεση δεν προβλέπεται και τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν διακριτική ευχέρεια να εισαγάγουν πρόσθετους περιορισμούς.
Η επιστροφή του ποσού, ωστόσο, δεν είναι οριστική. Εφόσον η τράπεζα αποδείξει στη συνέχεια ότι ο πελάτης παραβίασε από πρόθεση ή λόγω βαριάς αμέλειας τις υποχρεώσεις του σχετικά με την ασφάλεια των προσωπικών του διαπιστευτηρίων, μπορεί να ζητήσει να αναλάβει ο ίδιος το κόστος της ζημίας. Σε περίπτωση άρνησης, η τράπεζα έχει τη δυνατότητα να προσφύγει δικαστικά για την ανάκτηση του ποσού.
Η προσέγγιση αυτή, όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας, αντανακλά τον στόχο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών που χρησιμοποιούν ηλεκτρονικές υπηρεσίες πληρωμών, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου οι ηλεκτρονικές απάτες εξελίσσονται διαρκώς.