ΕΡΓΑΝΗ: 217.959 αποχωρήσεις τον Ιανουάριο – Έβδομος συνεχόμενος μήνας αρνητικού ισοζυγίου
Η αγορά εργασίας ξεκινά το 2026 με απώλεια 18.744 θέσεων, έντονη εποχικότητα και αυξημένες οικειοθελείς αποχωρήσεις, παρά τη μείωση της ανεργίας.
Η αγορά εργασίας μπήκε στο 2026 με αρνητικό πρόσημο, καταγράφοντας για έβδομο συνεχόμενο μήνα απώλεια θέσεων εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος «ΕΡΓΑΝΗ», τον Ιανουάριο σημειώθηκε αρνητικό ισοζύγιο 18.744 θέσεων, επιβεβαιώνοντας την ευαλωτότητα του εργασιακού περιβάλλοντος μετά την πανδημία και την ενίσχυση του φαινομένου των συχνών αλλαγών εργασίας. Το διάστημα Οκτωβρίου–Δεκεμβρίου 2025 είχε ήδη καταγράψει 726.284 απολύσεις και 261.894 οικειοθελείς αποχωρήσεις, δείχνοντας μια αγορά σε συνεχή κινητικότητα.
Τον Ιανουάριο του 2026 πραγματοποιήθηκαν 199.215 προσλήψεις, ενώ οι αποχωρήσεις έφτασαν τις 217.959. Από αυτές, οι 79.984 ήταν οικειοθελείς αποχωρήσεις και οι 137.975 προήλθαν από καταγγελίες συμβάσεων αορίστου χρόνου ή λήξεις συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Η μεγαλύτερη απώλεια αφορά 110.292 συμβάσεις ορισμένου χρόνου που δεν ανανεώθηκαν, ενώ σημαντικό μερίδιο κατέχουν και οι οικειοθελείς αποχωρήσεις, οι οποίες συνεχίζουν να αυξάνονται.
Σε σύγκριση με τον Ιανουάριο του 2025, το ισοζύγιο είναι ακόμη πιο αρνητικό, καθώς η φετινή επίδοση (-18.744 θέσεις) είναι χειρότερη από την περσινή (-15.450 θέσεις). Το παράδοξο είναι ότι, παρά τις χιλιάδες ημερήσιες απολύσεις, η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει μείωση της ανεργίας στο 7,7% και 92.711 λιγότερους ανέργους σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Την ίδια στιγμή, οι εργοδότες σε πολλούς κλάδους δηλώνουν αδυναμία να βρουν προσωπικό, αναδεικνύοντας τις αντιφάσεις της ελληνικής αγοράς εργασίας.
Οι κλάδοι που πρωταγωνίστησαν στις προσλήψεις τον Ιανουάριο ήταν η εστίαση, το λιανεμπόριο και οι υπηρεσίες απασχόλησης, με τις ειδικότητες των ανειδίκευτων εργατών και των οδηγών να βρίσκονται στην κορυφή της ζήτησης. Αντίθετα, οι μεγαλύτερες απώλειες καταγράφονται στους τομείς που επηρεάζονται έντονα από την εποχικότητα, όπως τα καταλύματα, η εστίαση και το λιανικό εμπόριο, τα οποία μετά την εορταστική περίοδο μειώνουν σημαντικά το προσωπικό τους.
Ιδιαίτερα ευάλωτες παραμένουν οι δύο ομάδες που παραδοσιακά αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην αγορά εργασίας: οι νέοι και οι γυναίκες. Η συμμετοχή των νέων 15–29 ετών μειώθηκε το 2025, ενώ οι γυναίκες εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των ανδρών ως προς τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό. Τα στοιχεία του Γραφείου Προϋπολογισμού δείχνουν ότι το χάσμα παραμένει μεγάλο, παρά τη συνολική βελτίωση των δεικτών απασχόλησης.
Η εικόνα του Ιανουαρίου αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής αγοράς εργασίας, όπου η εποχικότητα, η κινητικότητα των εργαζομένων και οι δυσκολίες εύρεσης προσωπικού συνυπάρχουν με τη μείωση της ανεργίας, δημιουργώντας ένα σύνθετο και συχνά αντιφατικό περιβάλλον.