Επιθετικό «μπάσιμο» της Alpha Bank στα ακίνητα…
Η Alpha Bank «χτίζει αυτοκρατορία» στα ακίνητα: Επιθετικές εξαγορές, νέα οχήματα real estate και άλμα 78% στο χαρτοφυλάκιο
Η Alpha Bank πραγματοποίησε το 2025 μια από τις πιο θεαματικές στροφές ελληνικού χρηματοπιστωτικού ομίλου προς την αγορά ακινήτων, μετατρέποντας το real estate σε ξεχωριστό πυλώνα του ισολογισμού της. Τα επενδυτικά ακίνητα εκτοξεύθηκαν στα 574 εκατ. ευρώ, από 323 εκατ. το 2024, σημειώνοντας αύξηση 78% που δεν οφείλεται σε αποτιμήσεις αλλά σε καθαρές επενδύσεις και εξαγορές. Οι προσθήκες ακινήτων έφτασαν τα 309 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 198 εκατ. προήλθαν από εξαγορές εταιρικών σχημάτων, δείχνοντας ότι η τράπεζα δεν αγοράζει απλώς μεμονωμένα ακίνητα, αλλά «χτίζει» οργανωμένα χαρτοφυλάκια μέσω εξειδικευμένων εταιρειών.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική παίζουν τα επενδυτικά οχήματα Abinvest I, II και III, στα οποία η Alpha Bank προχώρησε σε συνολικές αυξήσεις κεφαλαίου 183 εκατ. ευρώ. Μέσω της Abinvest I αποκτήθηκαν η Greco Delta και το ακίνητο γραφείων στο Μαρούσι, καθώς και το ιστορικό Μινιόν μέσω της εξαγοράς της Alkanor. Η Abinvest II προχώρησε σε ακόμη μεγαλύτερες κινήσεις, εξαγοράζοντας από τη Hines την HIGR M.A.E. με χαρτοφυλάκιο εμπορικών ακινήτων και αποκτώντας prime retail properties στην Ερμού, μισθωμένα σε Zara και Adidas. Παράλληλα, υπογράφηκε προσύμφωνο για μεγάλο κτίριο γραφείων στα σύνορα Αθήνας–Ψυχικού, ανεβάζοντας το συνολικό τίμημα των συναλλαγών στα 54 εκατ. ευρώ.
Η ποιοτική σύνθεση του χαρτοφυλακίου ενισχύθηκε σημαντικά, καθώς τα ακίνητα πλήρους κυριότητας αυξήθηκαν στα 550 εκατ. ευρώ, ενώ οι αναταξινομήσεις υφιστάμενων assets δείχνουν ότι η τράπεζα μεταφέρει συστηματικά ακίνητα σε καθεστώς επενδυτικής εκμετάλλευσης. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η εκτόξευση των μελλοντικών μισθωμάτων στα 181 εκατ. ευρώ, από μόλις 32 εκατ. το 2024, με τα 100 εκατ. να αφορούν συμβόλαια πέραν της πενταετίας. Αυτό σημαίνει ότι η Alpha Bank δεν επενδύει απλώς σε ακίνητα, αλλά δημιουργεί σταθερές, μακροχρόνιες ταμειακές ροές, μετατρέποντας το real estate σε income‑generating χαρτοφυλάκιο.
Παρά τον επενδυτικό «πυρετό», τα κέρδη αποτίμησης παρέμειναν περιορισμένα (περί τα 8 εκατ. ευρώ), επιβεβαιώνοντας ότι η αύξηση της αξίας δεν είναι λογιστική αλλά αποτέλεσμα πραγματικών επενδύσεων. Το 2024 είχε χαρακτηριστεί από εξορθολογισμό και αρνητικές αποτιμήσεις, ενώ το 2025 σηματοδοτεί μια πλήρη αλλαγή σελίδας, με την τράπεζα να υιοθετεί νέα λογιστική πολιτική για τα επενδυτικά ακίνητα, ευθυγραμμίζοντας τον ισολογισμό της με το νέο επιχειρηματικό μοντέλο.
Η Alpha Bank δείχνει ξεκάθαρα ότι βλέπει το real estate ως στρατηγικό μοχλό ανάπτυξης, με στόχο τη δημιουργία ενός ισχυρού, διαφοροποιημένου και σταθερού πυλώνα εσόδων. Η επιθετική επέκταση, οι στοχευμένες εξαγορές και η δημιουργία μακροχρόνιων μισθωτικών ροών συνθέτουν μια εικόνα τράπεζας που δεν απλώς συμμετέχει στην αγορά ακινήτων — αλλά φιλοδοξεί να γίνει ένας από τους πιο ισχυρούς παίκτες της.