Επανέρχεται το σενάριο για ευρωπαϊκό φόρο άνθρακα;;
Η συζήτηση για έναν ενιαίο ευρωπαϊκό φόρο στις εκπομπές άνθρακα επιστρέφει δυναμικά, καθώς η ΕΕ καλείται να καλύψει ένα τεράστιο επενδυτικό κενό για την επίτευξη των κλιματικών στόχων έως το 2030. Η πράσινη μετάβαση απαιτεί σημαντικούς πόρους, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υπολογίζει ότι οι πρόσθετες επενδύσεις που χρειάζονται κάθε χρόνο φτάνουν τα 477 δισ. ευρώ, ανεβάζοντας το συνολικό ετήσιο κόστος στα 1,24 τρισ. ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των κονδυλίων αφορά τις μεταφορές και την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών.
Ο φόρος άνθρακα δεν αποτελεί νέα ιδέα. Η Φινλανδία ήταν η πρώτη χώρα παγκοσμίως που τον εισήγαγε το 1990, και σήμερα 24 ευρωπαϊκά κράτη εφαρμόζουν αντίστοιχα συστήματα. Οι συντελεστές παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις: από μόλις 0,09 ευρώ ανά τόνο στην Πολωνία έως και 146 ευρώ στη Νορβηγία, η οποία διαθέτει τον υψηλότερο φόρο στην Ευρώπη. Ο μέσος ευρωπαϊκός συντελεστής διαμορφώνεται στα 53,63 ευρώ ανά τόνο.
Οι φόροι άνθρακα εφαρμόζονται σε διαφορετικά αέρια του θερμοκηπίου, όπως διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο και φθοριωμένα αέρια, με κάθε χώρα να καθορίζει το εύρος εφαρμογής. Ενδεικτικά, στην Ισπανία ο φόρος αφορά μόνο τα φθοριωμένα αέρια, καλύπτοντας μόλις το 2% των συνολικών εκπομπών της χώρας. Αντίθετα, κράτη όπως η Ανδόρα, η Αλβανία και το Λουξεμβούργο καλύπτουν πάνω από το 72% των εκπομπών τους, αν και οι εξαιρέσεις συχνά περιορίζουν την αποτελεσματικότητα των συστημάτων.
Παράλληλα, όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ συμμετέχουν στο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (EU ETS), το οποίο λειτουργεί ως αγορά περιορισμένων δικαιωμάτων εκπομπής. Πολλές χώρες συνδυάζουν τον φόρο άνθρακα με το ETS, ενώ η Ελβετία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν αναπτύξει δικά τους συστήματα, συνδεδεμένα ή αντίστοιχα με το ευρωπαϊκό.
Η αναζωπύρωση της συζήτησης για έναν ενιαίο ευρωπαϊκό φόρο άνθρακα συνδέεται άμεσα με την ανάγκη χρηματοδότησης της πράσινης μετάβασης. Με τις απαιτήσεις να αυξάνονται και τα διαθέσιμα κονδύλια να μην επαρκούν, η ΕΕ εξετάζει εκ νέου ένα εργαλείο που θα μπορούσε να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα, να επιταχύνει την απανθρακοποίηση και να διασφαλίσει ότι οι στόχοι του 2030 θα παραμείνουν εφικτοί.