Ενεργειακή ρήτρα ή νέο δώρο στους ομίλους;
Πού θα καταλήξουν -κατά πάσα πιθανότητα- εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, που θα μπορούσαν να αλλάξουν τις ζωές των πιο αδύναμων συμπολιτών μας
Γράφει η Ιωάννα Λιούτα, 1voice.gr
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάζει τη νέα ενεργειακή ρήτρα διαφυγής ως εργαλείο για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και της «πράσινης μετάβασης». Στην πραγματικότητα, όμως, το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιος θα ωφεληθεί τελικά από τα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ που θα κινητοποιηθούν μέσω αυτού του μηχανισμού;
Για την Ελλάδα, το διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο εκτιμάται σε περίπου 744 εκατ. ευρώ ετησίως. Ένα ποσό που θα μπορούσε να αλλάξει ουσιαστικά τη ζωή χιλιάδων νοικοκυριών που ασφυκτιούν από την ακρίβεια, τους λογαριασμούς ρεύματος, τα πανάκριβα καύσιμα και το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης.
Όμως, τίποτα δεν εγγυάται ότι αυτά τα χρήματα θα καταλήξουν στην κοινωνία. Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι ο βασικός προσανατολισμός αφορά μεγάλες επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές, έργα ΑΠΕ, δίκτυα και διασυνδέσεις. Έργα που ασφαλώς έχουν σημασία για τη χώρα, αλλά τα οποία υλοποιούνται κατά κύριο λόγο από ισχυρούς επιχειρηματικούς ομίλους που, ήδη, κυριαρχούν και κερδοφορούν στην αγορά ενέργειας.
Οι επιδοτήσεις καυσίμων, οι έκτακτες ενισχύσεις στα νοικοκυριά και κάθε μορφή οριζόντιας ανακούφισης αντιμετωπίζονται ως δημοσιονομικό πρόβλημα που πρέπει να εξαφανιστεί το συντομότερο δυνατό. Για τους πολίτες υπάρχουν περιορισμοί, όροι και «δημοσιονομική πειθαρχία». Για τις μεγάλες επενδύσεις, όμως, ανοίγουν ειδικά παράθυρα ευελιξίας.
Η αντίφαση είναι κραυγαλέα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει σημαντικές υπερβάσεις δαπανών όταν πρόκειται για εξοπλισμούς ή για μεγάλα επενδυτικά σχέδια που εξυπηρετούν στρατηγικούς στόχους. Όταν όμως τίθεται το ζήτημα της προστασίας των εισοδημάτων, της μείωσης των λογαριασμών ή της στήριξης της μεσαίας τάξης και των εργαζομένων, τότε επανέρχονται οι αυστηρές συστάσεις για περικοπές και περιορισμούς.
Άλλα κράτη-μέλη τις παρακάμπτουν και στρέφουν τις αποφάσεις προς ανακούφιση των νοικοκυριών τους. Η δική μας, όμως, κυβέρνηση είναι το πιο υπάκουο παιδί των Βρυξελλών και των αγορών, και κυρίως των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων που τόσο πιστά υπηρετεί, εξαντλώντας όλη της τη… δημιουργικότητα για την αύξηση της κερδοφορίας τους.
Η μεγάλη μάχη των επόμενων μηνών δεν θα είναι αν θα έρθουν τα χρήματα. Θα είναι πού θα κατευθυνθούν. Θα χρηματοδοτήσουν πραγματικές παρεμβάσεις για να μειωθεί το ενεργειακό κόστος των νοικοκυριών; Θα στηρίξουν τους πολίτες που αδυνατούν να θερμάνουν ή να δροσίσουν τα σπίτια τους ή να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους; Ή θα καταλήξουν για άλλη μία φορά σε ένα κλειστό κύκλωμα επιδοτήσεων, συμβάσεων και επενδυτικών σχεδίων που ευνοούν κυρίως τους μεγάλους ενεργειακούς ομίλους;
Η κυβέρνηση μιλά για ενεργειακή ανθεκτικότητα. Η κοινωνία, όμως, ζητά κοινωνική ανθεκτικότητα. Γιατί αν τα εκατοντάδες εκατομμύρια της νέας ρήτρας καταλήξουν ξανά στα ταμεία λίγων ισχυρών παικτών της αγοράς, ενώ οι πολίτες συνεχίσουν να πληρώνουν πανάκριβο ρεύμα και καύσιμα, τότε η περίφημη «πράσινη μετάβαση» κινδυνεύει να εκληφθεί όχι ως σχέδιο για το δημόσιο συμφέρον, αλλά ως ακόμη ένας μηχανισμός μεταφοράς δημόσιων πόρων προς ιδιωτικά συμφέροντα. Κάτι που, έτσι κι αλλιώς, η παρούσα κυβέρνηση το κάνει με απόλυτη επιτυχία παντού.
Ενεργειακή ρήτρα για ποιον, λοιπόν; Για την κοινωνία ή για τους μεγάλους ομίλους; Και ποιοι θα την πληρώσουν τελικά;