Ένας στους δύο μη μισθωτούς «κλειδώνει»…χαμηλή σύνταξη!!
Η συντριπτική πλειονότητα των μη μισθωτών παραμένει στην κατώτατη ασφαλιστική κατηγορία του e‑ΕΦΚΑ, με περίπου ένα εκατομμύριο ελεύθερους επαγγελματίες – από το σύνολο των 1,4 εκατ. ασφαλισμένων – να επιλέγουν την πρώτη βαθμίδα. Η επιλογή αυτή, που συνεπάγεται χαμηλή μελλοντική σύνταξη, δεν προκύπτει από στρατηγικό σχεδιασμό αλλά από οικονομική αδυναμία, καθώς πολλοί δηλώνουν ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο κόστος υψηλότερων εισφορών.
Η ασφαλιστική κατηγορία αποτελεί κρίσιμη απόφαση για τους μη μισθωτούς, αφού καθορίζει άμεσα το ύψος της κύριας σύνταξης. Οι χαμηλές εισφορές προσφέρουν πρόσκαιρη οικονομική ανάσα, όμως δημιουργούν σοβαρό πρόβλημα για το τελικό ποσό που θα λάβει ο ασφαλισμένος μετά από δεκαετίες εργασίας.
Από το 2020, το σύστημα άλλαξε ριζικά: οι εισφορές δεν συνδέονται πλέον με το εισόδημα, αλλά ο ασφαλισμένος επιλέγει μία από τις έξι κατηγορίες, πληρώνοντας σταθερό ποσό κάθε μήνα. Η ευελιξία αυτή συνοδεύεται από την ευθύνη του μακροχρόνιου συνταξιοδοτικού σχεδιασμού, κάτι που πολλοί επαγγελματίες δυσκολεύονται να υποστηρίξουν οικονομικά.
Με βάση ενδεικτικούς υπολογισμούς για 40 χρόνια συνεχούς ασφάλισης στην ίδια κατηγορία, η κύρια σύνταξη διαμορφώνεται περίπου ως εξής: 890 ευρώ στην 1η κατηγορία, 978 ευρώ στη 2η, 1.120–1.130 ευρώ στην 3η, 1.300 ευρώ στην 4η, 1.500 ευρώ στην 5η και έως 1.900 ευρώ στην 6η. Τα ποσά αφορούν πλήρη ασφαλιστικό βίο και διαφοροποιούνται ανάλογα με τα πραγματικά έτη ασφάλισης, τις αλλαγές κατηγορίας και την αναγνώριση πλασματικών ετών.
Καθοριστικό στοιχείο είναι ότι η σύνταξη δεν υπολογίζεται μόνο από τις εισφορές των τελευταίων ετών, αλλά από τον μέσο όρο των ασφαλιστικών αποδοχών από το 2002 και μετά. Αυτό σημαίνει ότι μια απότομη μετάβαση σε υψηλότερη κατηγορία λίγο πριν από τη συνταξιοδότηση έχει περιορισμένη επίδραση, εάν για δεκαετίες είχαν καταβάλλει χαμηλές εισφορές.
Η επιλογή ασφαλιστικής κατηγορίας γίνεται μία φορά τον χρόνο, συνήθως έως τα τέλη Ιανουαρίου. Αν δεν υποβληθεί νέα δήλωση, ο ασφαλισμένος παραμένει αυτόματα στην προηγούμενη κατηγορία.
Τα παραδείγματα δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος: επαγγελματίας με 40 χρόνια στην 1η κατηγορία λαμβάνει περίπου 890 ευρώ, ενώ με 35 χρόνια η σύνταξη πέφτει στα 820–850 ευρώ. Ακόμη και συνδυασμός 25 ετών στην 1η κατηγορία και 15 ετών στη 2η οδηγεί σε σύνταξη μόλις 900–940 ευρώ, καθώς η περιορισμένη αύξηση εισφορών στα τελευταία χρόνια δεν αρκεί για ουσιαστική ενίσχυση του τελικού ποσού.
Το αποτέλεσμα είναι ένα διαχρονικό δίλημμα: χαμηλότερες εισφορές σήμερα ή αξιοπρεπής σύνταξη αύριο. Για την πλειονότητα των μη μισθωτών, η οικονομική πραγματικότητα αφήνει ελάχιστα περιθώρια επιλογής.