BIC κατά Εφορίας: Η πολυετής δικαστική μάχη στο ΣτΕ για τα δάνεια που χρηματοδότησαν μερίσματα εκατομμυρίων
Πολυετής δικαστική διαμάχη με την ΑΑΔΕ για τους τόκους ενδοομιλικών δανείων άνω των 2 εκατ. ευρώ – Γιατί το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν αναγνώρισε τις συγκεκριμένες δαπάνες ως εκπιπτόμενες.
Τέλος στην πολυετή δικαστική διαμάχη της BIC Βιολέξ με την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) έβαλε νέα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η υπόθεση αφορά δύο δάνεια που έλαβε η εταιρεία το 2015, προκειμένου να χρηματοδοτήσει τη διανομή μερισμάτων ύψους 39,6 εκατ. ευρώ στους μετόχους της. Η BIC Βιολέξ αμφισβήτησε τη φορολογική μεταχείριση των τόκων, υποστηρίζοντας ότι έπρεπε να αναγνωριστούν ως επιχειρηματικές δαπάνες και να αφαιρεθούν από τα φορολογητέα κέρδη της.
Η απόφαση δεν αφορά φορολογική παράβαση που διαπιστώθηκε έπειτα από έλεγχο, αλλά τη δικαστική διεκδίκηση της εταιρείας για την αναγνώριση των τόκων ως εκπιπτόμενων δαπανών. Η εταιρεία είχε καταβάλει κανονικά τον φόρο που της αναλογούσε, χωρίς να αφαιρέσει τους επίμαχους τόκους από τα κέρδη της, διατηρώντας ωστόσο επιφύλαξη για τη φορολογική τους αντιμετώπιση. Στη συνέχεια επιδίωξε την επιστροφή του ποσού που αντιστοιχούσε στη φορολογική έκπτωση των συγκεκριμένων δαπανών.
Η υπόθεση ξεκίνησε στις 25 Ιουνίου 2015, όταν η γενική συνέλευση των μετόχων της ελληνικής εταιρείας, η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία ξυριστικών λεπίδων, καθώς και στην εμπορία αναπτήρων και ειδών γραφής, αποφάσισε τη διανομή πρώτου και πρόσθετου μερίσματος από κέρδη προηγούμενων ετών, συνολικού ύψους 39,6 εκατ. ευρώ. Επειδή τα διαθέσιμα της εταιρείας δεν επαρκούσαν για την κάλυψη της υποχρέωσης, συνήφθησαν δύο ενδοομιλικά δάνεια, ύψους 12,3 εκατ. ευρώ και 23,2 εκατ. δολαρίων, με επιτόκια 3,4% και 4,8% αντίστοιχα. Τα ποσά καταβλήθηκαν απευθείας στους τραπεζικούς λογαριασμούς των μετόχων από τη δανείστρια εταιρεία, για λογαριασμό της BIC Βιολέξ.
Η διαφωνία με την Εφορία αφορούσε τους τόκους που επιβάρυναν την εταιρεία τα επόμενα χρόνια. Η BIC υποστήριξε ότι ο δανεισμός εξυπηρετούσε το επιχειρηματικό της συμφέρον, καθώς της επέτρεπε να διανείμει τα μερίσματα χωρίς να στερήσει από τη λειτουργία της αναγκαία κεφάλαια για παραγωγικές επενδύσεις. Παράλληλα, επικαλέστηκε το γεγονός ότι οι ενδοομιλικές συναλλαγές αποτελούν συνήθη επιχειρηματική πρακτική και υποστήριξε ότι τηρούνταν οι σχετικοί φορολογικοί περιορισμοί και η αρχή των ίσων αποστάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων πρέπει να πραγματοποιούνται με όρους αντίστοιχους εκείνων της αγοράς.
Η δικαστική αντιπαράθεση κάλυψε τέσσερις φορολογικές χρήσεις, από το 2015 έως το 2018, και οδήγησε σε τέσσερις απορριπτικές αποφάσεις του ΣτΕ, δύο το 2023 και δύο το 2026. Στην τελευταία υπόθεση, που κρίθηκε με την απόφαση 371/2026, η εταιρεία ζητούσε να αναγνωριστούν ως εκπιπτόμενες δαπάνες τόκοι σχεδόν 695.000 ευρώ, προκειμένου να μειωθεί ο φόρος εισοδήματός της κατά περίπου 400.000 ευρώ. Η προσφυγή είχε απορριφθεί αρχικά από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών το 2020 και στη συνέχεια από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών το 2021, πριν φτάσει στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Το Β΄ Τμήμα του ΣτΕ έκρινε ότι η φορολογική έκπτωση των επιχειρηματικών δαπανών προϋποθέτει να εξυπηρετούν το συμφέρον της επιχείρησης ή τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, η καταβολή μερισμάτων αποτελεί εκπλήρωση υποχρέωσης προς τους μετόχους λόγω της εταιρικής τους ιδιότητας και δεν συνιστά δαπάνη που συνδέεται με τη διεύρυνση των εργασιών ή τη δημιουργία εισοδήματος. Ως εκ τούτου, οι τόκοι δανείων που χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση μερισμάτων δεν αναγνωρίζονται ως εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες.
Το δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι η τήρηση των ειδικών κανόνων για τις ενδοομιλικές συναλλαγές και την υποκεφαλαιοδότηση δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει δικαίωμα φορολογικής έκπτωσης. Προηγείται η εξέταση του σκοπού για τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν τα δανειακά κεφάλαια. Η BIC είχε επικαλεστεί με υπόμνημα τον Φεβρουάριο του 2026 και απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποστηρίζοντας ότι η άρνηση έκπτωσης δημιουργεί φορολογικό μειονέκτημα για επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Το ΣτΕ, ωστόσο, δεν εξέτασε τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς επί της ουσίας, καθώς έκρινε ότι προβλήθηκαν απαραδέκτως για πρώτη φορά με το υπόμνημα.