Απάτες: Μια ρύθμιση που μπορεί να αποβεί επιτυχής
Του Λέανδρου Ρακιντζή, Αρεοπαγίτης ε.τ.
Καθημερινά στο αστυνομικό δελτίο εμφανίζονται ειδήσεις, που αναμεταδίδονται στα ΜΜΕ, ότι διάφοροι επιτήδειοι, κυρίως Ρομά, εξαπάτησαν με διάφορα τεχνάσματα ηλικιωμένους, μοναχικούς ή ανήμπορους ανθρώπους και τους απέσπασαν μεγάλα χρηματικά ποσά και τιμαλφή.
Σύμφωνα με δηλώσεις του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, με νομοθετική ρύθμιση οι τηλεφωνικές και ψηφιακές απάτες σε βάρος ηλικιωμένων θα θεωρούνται κακουργήματα ανεξάρτητα του ποσού της ζημίας. Σαφώς η ρύθμιση αυτή, που πρέπει να γίνει από το αρμόδιο Υπουργείο Δικαιοσύνης, εφόσον θεσπιστεί, γιατί θα υπάρξουν οι συνήθεις αντιδράσεις από τους θιγομένους και όχι μόνο, θα είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για την αντιμετώπιση της μάστιγας της εξαπάτησης των ηλικιωμένων, μοναχικών και ανήμπορων ανθρώπων τόσο για την ποινική διαδικασία, όσο για τη γενική πρόληψη αποτροπής τέλεσης αδικημάτων λόγω της αυστηρότητας των ποινών, αν επιβληθούν χωρίς τις συνήθεις εκπτώσεις από τα δικαστήρια και έτσι δικαιολογεί τον τίτλο του άρθρου.
Σαφώς η παραπάνω ρύθμιση δεν έχει ακόμα μορφοποιηθεί, πιστεύω όμως όταν τεθεί υπό διαβούλευση θα υποβληθούν χρήσιμα σχόλια και διορθωτικές υποδείξεις, όπως η ρύθμιση να επεκταθεί και για τα μοναχικά και ανήμπορα άτομα. Προς κατανόηση του θέματος παραθέτω τη τρέχουσα νομική και πραγματική κατάσταση σχετικά με αυτό:
Αν η αξία του προϊόντος της απάτης (ζημία) ανέρχεται μέχρι 120.000 ευρώ, τότε η πράξη θεωρείται σύμφωνα με το άρθρο 386 Π.Κ. πλημμέλημα και τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε ετών, αν υπερβαίνει το παραπάνω ποσό θεωρείται κακούργημα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Μόλις γίνει γνωστή η τηλεφωνική και ψηφιακή απάτη, τότε ο παθών καλεί την αστυνομία και υποβάλλει μήνυση κατά αγνώστου. Συνήθως οι δράστες της απάτης δεν συλλαμβάνονται αμέσως με την καταγγελία του παθόντα, αλλά γίνεται προσπάθεια ταυτοποίησης του δράστη με κάθε μέσο, όπως περιγραφή του δράστη, αναγνώριση από τον παθόντα από φωτογραφίες, αν είναι σεσημασμένος, υλικό από κάμερες, μάρτυρες κ.λπ.· αν όμως οι απάτες γίνονται τηλεφωνικά ή ηλεκτρονικά, όπως συμβαίνει κατά κανόνα πλέον, είναι δύσκολο να εντοπιστούν ίχνη, γιατί οι απάτες γίνονται από ασφαλή (πακιστανικά) τηλέφωνα και η υπόθεση παραμένει στο αρχείο αγνώστων δραστών. Αν ταυτοποιηθούν από την Αστυνομία οι δράστες της απάτης, τότε εκδίδεται ένταλμα σύλληψης εναντίον τους και αναζητούνται με το δελτίο αστυνομικών αναζητήσεων.
Συνήθως συλλαμβάνονται με αφορμή άλλη εγκληματική πράξη, παραπέμπονται σε ανάκριση και αφήνονται ελεύθεροι, αν η πράξη λόγω του ποσού της ζημιάς είναι σε βαθμό πλημμελήματος, γιατί τα πλημμελήματα δεν προβλέπεται από τον νόμο προσωρινή κράτηση, παρά μόνο περιοριστικοί όροι, που επιβάλλονται αλλά κατά κανόνα δεν τηρούνται. Το αυτό συμβαίνει και όταν οι δράστες συλληφθούν επ’ αυτοφώρω, παραπέμπονται να δικαστούν κατά την αυτόφωρη διαδικασία σε βαθμό πλημμελήματος, παίρνουν από το δικαστήριο αναβολή εκδίκασης, αφήνονται ελεύθεροι και εξαφανίζονται για να συνεχίσουν τη δράση τους, ενώ μπορεί να καταδικαστούν ερήμην και αναζητούνται για την εκτέλεση της ποινής, οπότε αν συλληφθούν ή ακυρώνουν τις καταδικαστικές αποφάσεις ή τις συγχωνεύουν με άλλες.
Σε γενικές γραμμές, αν θεσπιστεί η παραπάνω ρύθμιση σε συνδυασμό με κάποιες άλλες ρυθμίσεις, οι τηλεφωνικές και ψηφιακές απάτες σε βάρος ηλικιωμένων θα αντιμετωπιστούν πιο αποτελεσματικά, γιατί όταν συλλαμβάνεται ο δράστης θα κρατείται προσωρινά μέχρι τη δίκη του, αν καταδικαστεί η έφεση δεν θα έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ούτε η ποινή θα μετατρέπεται σε χρηματική, παράγοντες που θα εξουδετερώνουν το δράστη και θα τον αποτρέπουν από την τέλεση παρόμοιων πράξεων.
Διατηρώ όμως κάποιες επιφυλάξεις αν η παραπάνω ρύθμιση θα έχει το ίδιο αποτρεπτικό αποτέλεσμα ως προς τους Ρομά, για τους οποίους πρέπει να ληφθούν κάποια ιδιαίτερα μέτρα κυρίως κοινωνικά και επαγγελματικής αποκατάστασης. Νομίζω όμως και με δεδομένο, ότι μόνο μία στις δέκα από τις παραπάνω απάτες εξιχνιάζεται, ότι δεν πρέπει να ισχύσει ως τους παραπάνω επαγγελματίες απατεώνες η διάταξη του άρθρου 405 παρ. 2 ΠΚ, κατά την οποία, αν ο δράστης της απάτης αποζημιώσει με τη δική του θέληση πλήρως τον ζημιωθέντα, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται, γιατί τότε θα ικανοποιεί αμέσως τον συγκεκριμένο ζημιωθέντα με χρήματα από άλλες απάτες, αλλά θα παραμένει ελεύθερος για να συνεχίζει τη δράση του.